Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Το τρίτο μέρος της σειράς παίρνει το σκοτεινό όραμα του Clive Barker και το μετατρέπει σε μια εκρηκτική, εμπορική γιορτή του αμερικανικού σινεμά των 90s.
- Ο Pinhead αφήνει το μυστήριο και μετατρέπεται στον κεντρικό, αδίστακτο κακό της ιστορίας.
- Η παραγωγή έκανε τον χαρακτήρα ποπ είδωλο, κρατώντας ζωντανό το franchise μέχρι σήμερα.
- Η ταινία προσπερνά το ψυχολογικό βάθος για χάρη της εντυπωσιακής, χαοτικής δράσης.
Το 1992, ο σκηνοθέτης Anthony Hickox έφερε στα σινεμά το “Hellraiser III: Hell On Earth”, με την Terry Farrell στον ρόλο της ρεπόρτερ Joey Summerskill και τον Doug Bradley να επιστρέφει ως Pinhead. Στα χαρτιά, η τρίτη ταινία είχε όλα τα φόντα για να χτίσει πάνω στο εφιαλτικό σύμπαν του Clive Barker. Στην πράξη, είδαμε μια ξεκάθαρη στροφή προς ένα μοντέλο που το Hollywood ήξερε πολύ καλά πώς να πουλάει και να ξεζουμίζει. Το franchise σταμάτησε να αποτελεί τη φυσική συνέχεια της σκοτεινής φαντασίας του δημιουργού του, παίρνοντας μια πιο εμπορική κατεύθυνση.
Στις αρχές των 90s, το σινεμά τρόμου άλλαζε δέρμα. Η χρυσή εποχή των slasher των 80s είχε κουράσει τον κόσμο από την υπερβολική επανάληψη, αναγκάζοντας τα στούντιο να ψάξουν εναγωνίως για φρέσκα πρόσωπα. Ήθελαν απεγνωσμένα αναγνωρίσιμους χαρακτήρες που θα μπορούσαν να σταθούν επάξια δίπλα σε θρύλους όπως ο Freddy ή ο Jason.

Αυτή ακριβώς η λογική εξηγεί τον λόγο που το “Hellraiser III: Hell On Earth” έβαλε τον Pinhead στο επίκεντρο. Οι Cenobites αποτελούσαν σταθερό κομμάτι στο όραμα του Clive Barker, παραμένοντας μυστηριώδεις φιγούρες στα δύο πρώτα φιλμ. Εδώ ο Pinhead έγινε η κεντρική ατραξιόν, μια συνειδητή επιλογή που άλλαξε για πάντα το DNA της σειράς. Η Joey, που ενσαρκώνει η Farrell, ψάχνει το μεγάλο τηλεοπτικό της break και πέφτει πάνω σε ένα μακάβριο περιστατικό στα επείγοντα ενός νοσοκομείου.
Έτσι έρχεται φάτσα με φάτσα με τον Pinhead, ο οποίος έχει πια αποκοπεί από την ανθρώπινη φύση του, τον Elliot Spencer. Αυτός ο διαχωρισμός χτίζει μια τρομερή δυναμική, φέρνοντας στην οθόνη έναν καθαρόαιμο κακό χωρίς ίχνος ηθικής. Η ταινία προσπερνά το ψυχολογικό βάθος αυτής της ιδέας, ρίχνοντας όλο το βάρος στον οπτικό εντυπωσιασμό. Βλέπουμε εκρήξεις σε νυχτερινά κλαμπ, νέους Cenobites να παρελαύνουν και ένα φινάλε που φέρνει πιο πολύ σε δράση κόμικ παρά σε γνήσιο τρόμο.
Hellraiser 3: Πώς έγινε ο Pinhead κεντρικός κακός της ταινίας;
Ο Hickox, γνωστός από το “Waxwork”, διαβάζει το υλικό με μια πιο επίπεδη οπτική. Ο κόσμος του Barker πατούσε σταθερά στο γκρίζο και στο σπάσιμο κάθε κανόνα. Το “Hell On Earth” πετάει στα σκουπίδια το περίπλοκο παιχνίδι ανάμεσα στην επιθυμία και την τιμωρία, πηγαίνοντας στην πιο εύπεπτη συνταγή του καλού εναντίον του κακού. Η Joey καλείται απλώς να σταματήσει το τέρας. Το συγκεκριμένο στήσιμο κάνει τη δουλειά του, αφαιρώντας ταυτόχρονα τη μαγεία που έκανε την πρώτη ταινία πραγματικά αξέχαστη.

Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν τη μεγάλη ψυχαγωγική αξία που κρύβει το “Hellraiser III: Hell On Earth”. Ο Bradley στέκεται στο ύψος του, μένοντας πιστός στον ρόλο ακόμη και με εμφανώς πιο αδύναμους διαλόγους. Η θεατρική του προσέγγιση μαγνητίζει το βλέμμα σε κάθε πλάνο. Η Farrell ξεφεύγει από τη μανιέρα της “τελευταίας επιζώσας” και βγάζει έναν τσαμπουκά που κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο. Η σκηνή της σφαγής στο κλαμπ “Boiler Room” αποτελεί μια έκρηξη βίας, η οποία εντυπώνεται στο μυαλό του θεατή με τον πιο χαοτικό τρόπο. Οι εικόνες του Pinhead να βολτάρει στους δρόμους της πόλης σφράγισαν τη θέση του στο πάνθεον των κινηματογραφικών τεράτων για τους φαν των 90s.
Ποια είναι η διαφορά του τρίτου μέρους από τα προηγούμενα του Clive Barker;
Μπροστά στα στάνταρ του Clive Barker, το “Hell On Earth” χάνει ξεκάθαρα πόντους. Το ξεκίνημα της σειράς άφησε εποχή για το αίμα και τη μόνιμη άρνησή του να δώσει μασημένη τροφή. Ο πόνος γινόταν ένα με την ηδονή, τα ηθικά όρια σβήνονταν και το κουτί “Lament Configuration” έμοιαζε με κομμάτι μιας άγνωστης, αρχαίας θρησκείας. Το τρίτο φιλμ εξηγεί τα πάντα αναλυτικά, αφήνοντας ελάχιστο χώρο στη φαντασία μας να δουλέψει. Τα νέα τέρατα πετάνε ψηφιακά CD και μαρτυρούν την αγωνία ενός στούντιο να μιλήσει στη νεολαία, ξεχνώντας τη ρίζα του τρόμου.

Η συμμετοχή του ίδιου του Barker στον ρόλο του παραγωγού προκαλεί εντύπωση. Η κίνησή του καθρεφτίζει την οικονομική πραγματικότητα της κινηματογραφικής βιομηχανίας της εποχής. Την Dimension Films ένοιαζε αποκλειστικά το ταμείο, βάζοντας το καλλιτεχνικό όραμα σε δεύτερη μοίρα. Τα σημάδια του δημιουργού κρύβονται πλέον σε μικρές, διάσπαρτες στιγμές, όπως οι κυνικές ατάκες του Pinhead απέναντι στη θρησκεία μέσα στην εκκλησία. Τέτοιες πινελιές θυμίζουν το βαθύ υπόβαθρο των προκατόχων, οι οποίες θάβονται τελικά κάτω από την πίεση για μια εμπορική, τυποποιημένη επιτυχία.
Franchise Hellraiser: Πώς επηρέασε η τρίτη ταινία τη συνέχεια της σειράς;
Ο Clive Barker παίρνει τα εύσημα ακόμη και σε αυτή την ίσως άστοχη στροφή της σειράς. Δίχως τις δικές του βάσεις, ο Pinhead δεν θα γινόταν ποτέ χρυσωρυχείο για την ποπ κουλτούρα. Ο συγγραφέας πήρε ένα κλασικό αιματοκύλισμα και το έκανε λογοτεχνία, χαρίζοντας στο έργο ρίζες που άντεξαν την “κακοποίηση”. Το “Hell On Earth” αποδεικνύει την πραγματική ισχύ του βρετανού δημιουργού, προσφέροντας έναν κόσμο ικανό να επιβιώσει από τις χειρότερες αποφάσεις των παραγωγών. Η ταινία δεν φτάνει την ευφυΐα του “The Hellbound Heart” ή τη μαγεία του “Hellraiser II”, κρατώντας απλώς τη φλόγα αναμμένη για τη συνέχεια.

Το τρίτο φιλμ μοιάζει με ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για το franchise. Η σειρά άφησε πίσω τον καλλιτεχνικό τρόμο και μπήκε στη φάση της στεγνής εκμετάλλευσης. Αυτή η αλλαγή ρότας δικαιολογεί γιατί πολλοί θεωρούν το “Hell On Earth” την αρχή του τέλους για την ταυτότητα των ταινιών. Παράλληλα, το έργο έγραψε ιστορία, καθώς έχτισε τον μύθο του Pinhead ως ποπ είδωλο και κράτησε ζωντανό το ενδιαφέρον για τα επόμενα χρόνια. Εκθειάζοντας τον Barker, δεν βαφτίζουμε την ταινία αριστούργημα. Βλέπουμε απλώς τη δύναμη μιας ιδέας που λάμπει μέσα από τις ρωγμές μιας πρόχειρης παραγωγής.
Όταν απουσιάζει η ατμόσφαιρα, το σύμπαν του Hellraiser μοιάζει με άλλη μια συνηθισμένη ιστορία. Η πινελιά του Clive Barker έκανε πάντα τη διαφορά, χαρίζοντας σε αυτούς τους εφιάλτες μια απόκοσμη γοητεία. Το τρίτο μέρος μαρτυρά την απώλεια αυτής της σπίθας, στέκοντας ως ένα ατελές κεφάλαιο για το πώς μια τρομερή ιδέα άλλαξε μορφή για να επιβιώσει στο Hollywood.



