Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Το “The X Factor” γεννήθηκε μέσα στην απόγνωση της δεκαετίας του '90. Ο σκοτεινός, αποπνικτικός ήχος του καθρέφτισε την εσωτερική κρίση μιας γιγάντιας μπάντας. Η κληρονομιά του παραμένει βαριά, δείχνοντας τον δρόμο για τη σημερινή προοδευτική τους ταυτότητα.
- Το άλμπουμ αποτελεί τον απαραίτητο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο κλασικό παρελθόν τους και τη σημερινή επική τους εξέλιξη.
- Η συγκεκριμένη κυκλοφορία ανάγκασε το συγκρότημα να εγκαταλείψει τις παλιές συνταγές και να πειραματιστεί με νέες μουσικές φόρμες.
- Ο Blaze Bayley και ο Steve Harris συνεργάστηκαν στενά οδηγώντας την μπάντα σε μια εντελώς νέα δημιουργική κατεύθυνση.
Στην πορεία των Iron Maiden, το “The X Factor” συχνά περνάει απαρατήρητο, παραμένοντας εκείνος ο δίσκος που έχεις ξεχάσει στο ράφι, με τον τραγουδιστή που δεν γνωρίζεις και το χαρακτηριστικό σκοτεινό εξώφυλλο. Η κυκλοφορία του το 1995 έφερε μια τεράστια αλλαγή για το συγκρότημα, τόσο στον ήχο και τα μέλη, όσο και στη γενικότερη στάση του. Η βιαστική περιγραφή του ως ένα απλό “μεταβατικό” βήμα κρύβει την πραγματική του αξία για το συγκρότημα. Το “The X Factor” αποτελεί ένα κρίσιμο κομμάτι στην ιστορία των Maiden, ακριβώς επειδή παρερμηνεύτηκε. Σε αυτή τη διαδρομή ο Blaze Bayley είχε πολύ πιο ουσιαστικό ρόλο στη δημιουργία του δίσκου από όσο συνήθως του πιστώνεται.
Η αποχώρηση του Bruce Dickinson το 1993 σήμαινε κάτι πολύ παραπάνω από μια “τυπική” αλλαγή τραγουδιστή. Ο Bruce αποτελούσε το πρόσωπό τους, το σύμβολο της εποχής που γέμιζαν αρένες, κάνοντας την αντικατάστασή του μια εξαιρετικά ζόρικη υπόθεση. Παράλληλα, ολόκληρη η μουσική σκηνή στα early ‘90s άλλαζε ραγδαία. Οι Iron Maiden βρέθηκαν κυριολεκτικά με την πλάτη στον τοίχο, καλούμενοι να βρουν τρόπο επιβίωσης όταν όλα γύρω τους έδειχναν να καταρρέουν. Ακριβώς σε εκείνο το σημείο εμφανίστηκε ο Blaze Bayley ως μια πιθανή διέξοδος για το μέλλον τους.
Audition Iron Maiden: πώς επιλέχθηκε ο νέος τραγουδιστής;
Ο τρόπος που κατέληξαν οι Iron Maiden στον Blaze Bayley εξηγείται εύκολα, καθώς ο συγκεκριμένος τραγουδιστής ήταν ο μοναδικός υποψήφιος που πρότεινε κάτι πραγματικά διαφορετικό. Η διαδικασία των ακροάσεων ήταν απαιτητική και ανοιχτή σε φωνές με διάφορα backgrounds. Ο Steve Harris επιδίωκε ξεκάθαρα να αποφύγει την επιλογή ενός κλώνου του Dickinson μόνο και μόνο για εμπορικούς λόγους. Ο Blaze Bayley ξεχώρισε αμέσως φέρνοντας έναν πηγαίο ενθουσιασμό και μια διάθεση να χτίσει κάτι δικό του, αρνούμενος να φορέσει τα παπούτσια κάποιου άλλου. Η μπάντα είδε στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που θα τους κινητοποιούσε δημιουργικά. Ο Blaze έγινε το κλειδί για να προχωρήσουν παρακάτω, αφήνοντας πίσω τις παλιές τους συνταγές.

Η επιλογή να μπουν στο Barnyard Studios, τον αχυρώνα που είχε μετατρέψει σε στούντιο ο Steve Harris, καθόρισε τον τρόπο δουλειάς τους για το “The X Factor”. Χωρίς την παρουσία ενός εξωτερικού παραγωγού, η όλη διαδικασία έγινε ταυτόχρονα πιο άνετη και αρκετά πιο περίπλοκη. Ο Harris πήρε πάνω του την παραγωγή, γεγονός που οδήγησε σε ηχογραφήσεις πολλών μηνών, γεμάτες συχνές διακοπές εξαιτίας τεχνικών κολλημάτων και προσωπικών θεμάτων. Αυτή η πρωτόγνωρη συνθήκη χάρισε στην μπάντα τον χρόνο να δοκιμάζει συνεχώς ιδέες, αυξάνοντας ταυτόχρονα τον εσωτερικό εκνευρισμό και την πίεση. Απουσία ενός τρίτου προσώπου στον ρόλο του διαιτητή, οι εντάσεις έμεναν συνήθως χωρίς καμία λύση, δυσκολεύοντας το έργο που είχε αναλάβει ο Blaze Bayley.
Προερχόμενος από ένα πιο “ταπεινό” μουσικό background, ο Blaze Bayley κλήθηκε να προσαρμοστεί άμεσα στη νέα σκληρή πραγματικότητα. Ηχογραφούσε τα φωνητικά του εντελώς μόνος, την ίδια ώρα που ο Harris και ο ηχολήπτης Nigel Green κλείνονταν στο control room. Η ροή στο στούντιο αποδείχθηκε μια πραγματική δοκιμασία για τα νεύρα όλων. Οι ατελείωτες επαναλήψεις, τα καπρίτσια του εξοπλισμού και η πλήρης απομόνωση στην αγγλική επαρχία έχτισαν μια ατμόσφαιρα εξαιρετικά “κλειστοφοβική”. Αυτό ακριβώς το συναίσθημα πέρασε ατόφιο στον ήχο του δίσκου. Η παραγωγή βγήκε συνειδητά πιο σκοτεινή, δίνοντας στο μπάσο και στα φωνητικά τον πρώτο λόγο, παραλείποντας τα πολλά εφέ ή την έξτρα επεξεργασία. Ορισμένοι είδαν αυτή την επιλογή ως συνθετική γύμνια. Στην πραγματικότητα, το “The X Factor” αποτύπωσε σκόπιμα τον ψυχισμό μιας παρέας που περνούσε βαθιά κρίση, βγάζοντας στην επιφάνεια τα καλά και τα στραβά της.
Ηχογράφηση “The X Factor”: πώς διαμόρφωσε τον ήχο τους η απουσία παραγωγού;
Σε εκείνη τη φάση οι Iron Maiden αποφάσισαν να δουλέψουν με καθαρά συλλογικό πνεύμα, αφήνοντας χώρο για φρέσκιες ιδέες στα βασικά της σύνθεσης. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Blaze Bayley εγκλιματίστηκε αμέσως, παίρνοντας ενεργό ρόλο από το πρώτο λεπτό. Συνεισέφερε προτάσεις για τις ενορχηστρώσεις και το τελικό στήσιμο των φωνητικών γραμμών. Η ουσιαστική συμμετοχή του στο γράψιμο αποτυπώθηκε πεντακάθαρα σε δυναμικά τραγούδια όπως το “Man On The Edge”. Η φρέσκια ματιά του, απαλλαγμένη από τις γνώριμες συνταγές του γκρουπ, λειτούργησε ως καταλύτης προκειμένου οι Maiden να τολμήσουν νέες μουσικές φόρμες.

Μεγάλη μερίδα του κοινού αντιμετωπίζει τον τραγουδιστή σαν έναν απλό, διεκπεραιωτικό αντικαταστάτη. Ορισμένοι θεωρούν πως δεν ταίριαξε ποτέ ουσιαστικά με τον ήχο της μπάντας. Μια τέτοια προσέγγιση, όμως, παραβλέπει τους πραγματικούς λόγους που επιλέχθηκε ο Blaze Bayley και τις πιεστικές ανάγκες του συγκροτήματος. Διαθέτοντας διαφορετικό εύρος, η φωνή του έδωσε το απαραίτητο βάρος στα πιο σκοτεινά και εσωστρεφή τραγούδια του δίσκου. Το ίδιο το υλικό απαιτούσε πλέον ελάχιστη “θεατρικότητα” και τη μέγιστη δυνατή συναισθηματική ειλικρίνεια. Αυτή ακριβώς τη γήινη αίσθηση κατάφερε να βγάλει προς τα έξω ο Blaze Bayley μέσα από τις ερμηνείες του.
Οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι Iron Maiden στα live τους
Η μετέπειτα περιοδεία του “The X Factor”, σημαδεμένη από μαζικές ακυρώσεις στις ΗΠΑ και έντονες δυσκολίες στην απόδοση των φωνητικών, δείχνει ξεκάθαρα τον τεράστιο βαθμό δυσκολίας εκείνης της εποχής. Ο Blaze Bayley αναγκάστηκε να αποδώσει ζωντανά κομμάτια φτιαγμένα για εντελώς διαφορετικό λαρύγγι. Οι συναυλίες γίνονταν συχνά με ελάχιστες πρόβες και απουσία της σωστής τεχνικής υποστήριξης στο stage, μετατρέποντας το έργο του σε αποστολή αυτοκτονίας. Βιώνοντας αυτές τις αντίξοες συνθήκες, παρέμεινε απίστευτα αφοσιωμένος στους Maiden, σηκώνοντας στην πλάτη του την καχυποψία χιλιάδων οπαδών. Την ίδια στιγμή, καλούνταν να διαχειριστεί την επιδεικτικά ψυχρή αντιμετώπιση του μουσικού Τύπου.
Δεδομένων των τεράστιων προσπαθειών της μπάντας να επιβιώσει, η εμπορική ανταπόκριση στο “The X Factor” υπήρξε αρκετά απογοητευτική. Εκείνα τα χρόνια, το heavy metal είχε χάσει οριστικά την πρωτοκαθεδρία του στα charts. Το σαρωτικό ρεύμα του grunge και το alternative rock τραβούσαν πάνω τους όλα τα φώτα, ρίχνοντας αρκετά κλασικά συγκροτήματα στο καλάθι των αχρήστων. Αντιμετωπίζοντας αυτό το εχθρικό περιβάλλον, οι Maiden προτίμησαν να μείνουν πεισματικά πιστοί στον δικό τους ήχο. Η συνειδητή αποφυγή των νέων τάσεων έφερε ως φυσικό επακόλουθο την κατακόρυφη πτώση των πωλήσεων.
Πώς επηρέασε το μέλλον του συγκροτήματος ο Blaze Bayley;
Η πάροδος του χρόνου απέδειξε περίτρανα πως το “The X Factor” αποτέλεσε ένα αναγκαίο σκαλοπάτι στην εξέλιξή τους. Μέσα από αυτά τα κομμάτια κοίταξαν κατάματα τις αδυναμίες τους, τολμώντας να πειραματιστούν εξαιτίας μιας βαθιάς εσωτερικής ανάγκης. Έπη διάρκειας πολλών λεπτών, όπως το “Sign Of The Cross” και το “The Edge Of Darkness”, αποτελούν τα πιο ξεκάθαρα παραδείγματα μιας παρέας που ρίσκαρε την εμπορική περιθωριοποίηση. Σκοπός τους ήταν να εκφράσουν αληθινά όσα ένιωθαν τη δεδομένη στιγμή. Η βαριά ατμόσφαιρα της παραγωγής και η έμφαση στις μεγάλες αφηγήσεις έστρωσαν το έδαφος για τα τεράστια θεματικά άλμπουμ της δεκαετίας του 2000. Χωρίς αμφιβολία, το συγκεκριμένο εγχείρημα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο κλασικό τους παρελθόν και τη σημερινή, προοδευτική τους ταυτότητα.

Επιστρέφοντας στον Blaze Bayley, αρκετοί εξακολουθούν να τον θεωρούν έναν καλό τραγουδιστή που βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Μια τέτοια οπτική παραβλέπει τον πραγματικό του ρόλο ως κινητήριου μοχλού αλλαγής. Ακριβώς επειδή το στυλ του διέφερε από οτιδήποτε γνώριζαν μέχρι τότε, τους έσπρωξε βίαια στην αναζήτηση εντελώς νέων τρόπων έκφρασης. Η παροιμιώδης αντοχή του, δίνοντας καθημερινή μάχη με τα εσωτερικά προβλήματα της μπάντας και ένα αμείλικτο κοινό, αποδείχθηκε σωτήρια. Τέτοιου είδους ψυχικά αποθέματα κράτησαν όρθιους τους Maiden στη δυσκολότερη καμπή της καριέρας τους.
Η διαγραφή εκείνων των χρόνων από τη μνήμη μοιάζει με την πιο εύκολη λύση για έναν απλό οπαδό. Μια τέτοια βολική στάση αδικεί ξεκάθαρα το ίδιο το υλικό και τη συνολική προσπάθεια. Το “The X Factor” εισέπραξε υποτίμηση αποκλειστικά λόγω της διαφορετικότητάς του, προσφέροντας ρίσκο αντί για μια φθηνή αναβίωση των δοξασμένων 80s. Η αληθινή σημασία της παρουσίας του Blaze Bayley εντοπίζεται στο κουράγιο που προσέφερε στους Iron Maiden ώστε να χτίσουν κάτι εντελώς καινούριο. Η άρνηση της στείρας νοσταλγίας και η τόλμη της αλλαγής αποτελούν τα μοναδικά στοιχεία που κρατούν ζωντανό ένα συγκρότημα, ειδικά στις στιγμές που η καταστροφή φαντάζει βέβαιη.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Iron Maiden



