Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Λίγες μπάντες κουβαλούν τόσο βάρος. Οι Mayhem έχτισαν μια καριέρα πάνω σε απώλειες, αλλαγές προσώπων και αποφάσεις που θύμωσαν το ίδιο τους το κοινό. Σαράντα δύο χρόνια αργότερα, το σχήμα παραμένει ενεργό και ασυμβίβαστο.
- Η αξία τους μετριέται στις δεκάδες σχήματα που ακόμα προσπαθούν να φτάσουν όσα άφησαν πίσω τους.
- Κάθε άλμπουμ τους μετακίνησε τα όρια του είδους, ακόμα κι όταν αυτό σήμαινε χαμένες πωλήσεις και οργισμένους οπαδούς.
- Εφτά άλμπουμ, τρεις συνθέτες και τέσσερις τραγουδιστές φτιάχνουν μια διαδρομή που δεν επαναλαμβάνεται ποτέ.
Τριάντα δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του “De Mysteriis Dom Sathanas”, η κουβέντα για τους Mayhem κολλάει ακόμα στο ίδιο σημείο. Ένας δίσκος, δύο νεκροί, μερικές καμένες εκκλησίες. Το σχήμα όμως έχει εφτά κανονικά άλμπουμ, τέσσερις δεκαετίες ζωής και τρεις διαφορετικούς ανθρώπους που έγραψαν τη μουσική του. Η ιστορία τους δεν κλείνει το 1994, εκεί ξεκινάει το πιο παράξενο κομμάτι της. Κάθε φορά που το κοινό περίμενε επανάληψη της συνταγής, οι Νορβηγοί πήγαιναν αλλού, συχνά πληρώνοντάς το σε πωλήσεις και σε κοινό που χάθηκε για πάντα.
Ξεκαθαρίζω κάτι από την αρχή. Ναι, θεωρώ το “De Mysteriis Dom Sathanas” το καλύτερό τους άλμπουμ, μόνο που δεν το λέω για τον μύθο γύρω του. Το κρατάω ψηλά για τα riff, για τον τρόπο που δένουν τα κομμάτια μεταξύ τους και για το πώς ο ήχος του Grieghallen έδωσε βάθος σε κάτι που αλλού θα ακουγόταν φτηνό. Αν αφαιρέσεις τις δικαστικές αίθουσες και τις φωτογραφίες που δεν έπρεπε ποτέ να κυκλοφορήσουν, ο δίσκος στέκει μόνος του. Το ίδιο ισχύει, με άλλους όρους, και για τους υπόλοιπους έξι.
Πώς ξεκίνησαν οι Mayhem στο Όσλο;
Το 1984 ο Euronymous, ο Necrobutcher και ο Manheim στήνουν ένα σχήμα στο Όσλο και παίρνουν το όνομά τους από το κομμάτι των Venom “Mayhem with Mercy”. Τα πρώτα χρόνια είναι θόρυβος, κακές ηχογραφήσεις και μια εμμονή με το πόσο ακραίο μπορεί να ακουστεί κάτι. Το “Deathcrush” του 1987 τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα και εξαφανίστηκε μέσα σε εβδομάδες, κάτι σπάνιο για αυτοχρηματοδοτούμενο ep της εποχής. Μέσα του ακούς thrash, punk και πρώιμο death metal να χτυπιούνται μεταξύ τους χωρίς κάποιο ιδαίτερο σχέδιο.
Δύο χρόνια αργότερα φτάνει από τη Σουηδία ο Dead και μαζί του μια ολόκληρη αισθητική. Το corpse paint παύει να είναι μακιγιάζ σκηνής και γίνεται προσπάθεια να μοιάζει κάποιος με πτώμα, τα ρούχα θάβονται πριν από τις εμφανίσεις, η σκηνή γεμίζει κεφάλια ζώων. Αυτός ο άνθρωπος που καθόρισε τον οπτικό κώδικα του δεύτερου κύματος δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει ούτε έναν κανονικό δίσκο. Το “Live In Leipzig”, τραβηγμένο το 1990, μένει το μόνο επίσημο ντοκουμέντο εκείνης της περιόδου και κυκλοφόρησε τελικά το 1993.

Τον Απρίλιο του 1991 ο Dead έβαλε τέλος στη ζωή του. Ο Necrobutcher αποχωρεί, ο Euronymous μένει με το μαγαζί του, το “Helvete”, και χτίζει γύρω του τον κύκλο που θα πρωτοστατούσε αυτού αργότερα ονομάστηκε δεύτερο κύμα. Από εκείνο το υπόγειο βγήκαν οι μισές νορβηγικές μπάντες που αντιγράφονται μέχρι σήμερα. Η συνέχεια είναι γνωστή και κλείνει με την καταδίκη του Varg Vikernes για τη δολοφονία του τον Αύγουστο του 1993.
De Mysteriis Dom Sathanas: Γιατί θεωρείται το καλύτερο άλμπουμ των Mayhem;
Οι ηχογραφήσεις είχαν ολοκληρωθεί λίγο πριν, με τον Attila Csihar να έρχεται από την Ουγγαρία για τα φωνητικά. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τελικά τον Μάιο του 1994 με νεκρό τον κιθαρίστα και καταδικασμένο τον μπασίστα, μια κατάσταση που καμία εταιρεία δεν θα μπορούσε να σχεδιάσει. Ο Necrobutcher επιστρέφει αργότερα στο σχήμα και αναλαμβάνει ξανά τα μέρη του μπάσου στις ζωντανές εμφανίσεις, κρατώντας ένα κομμάτι συνέχειας με την αρχική σύνθεση.
Μουσικά, αυτό που κάνει τον δίσκο να αντέχει είναι η γραφή του Euronymous. Τα riff στο “Funeral Fog” και στο “Pagan Fears” δεν στηρίζονται στην ταχύτητα, στηρίζονται σε αρμονίες που αφήνουν χώρο να αναπνεύσει το κομμάτι. Το “Freezing Moon” κρατάει τον ίδιο σκοτεινό τόνο για εφτά λεπτά χωρίς να σε κουράσει, κάτι που χιλιάδες μιμητές δοκίμασαν και απέτυχαν.

Η επιρροή μετριέται εύκολα. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά, ο συγκεκριμένος ήχος γίνεται σημείο αναφοράς για όποιον ήθελε να ακουστεί ακραίος. Κανένα άλλο άλμπουμ του είδους δεν παρήγαγε τόσους μιμητές σε τόσο λίγα χρόνια. Αυτό είναι ταυτόχρονα και η κατάρα του σχήματος, γιατί κάθε τι που ακολούθησε κρίθηκε με βάση ένα μέτρο που είχε ήδη κλειδώσει.
Πώς συνέχισαν οι Mayhem μετά τη δολοφονία του Euronymous;
Το ότι υπήρξε συνέχεια είναι από μόνο του παράδοξο. Ο Hellhammer ξαναμαζεύει τον Necrobutcher, καλεί πίσω τον Maniac, που είχε τραγουδήσει στο “Deathcrush”, και δίνει την κιθάρα στον Blasphemer, έναν νέο μουσικό χωρίς καμία σχέση με τα γεγονότα. Για πολλούς, η δολοφονία του Euronymous σήμαινε αυτόματα το τέλος, αφού αυτός είχε γράψει σχεδόν όλο το πρώτο άλμπουμ. Η μπάντα απάντησε με μισή ώρα μουσικής αντί για ανακοίνωση.
Μισή ώρα που μετράει, γιατί το “Wolf‘s Lair Abyss” του 1997 είναι γρήγορο, πυκνό και πολύ πιο στεγνό από το ντεμπούτο. Ο Blasphemer αποδεικνύει εκεί ότι μπορεί να γράψει riff που ακούγονται σαν Mayhem χωρίς να αντιγράψει ούτε μία νότα του προκατόχου του. Στα επόμενα έντεκα χρόνια θα γίνει ο βασικός συνθέτης και, από άποψη διάρκειας, θα μείνει στο σχήμα περισσότερο καιρό από τον ίδιο τον Euronymous, κάτι που συχνά ξεχνιέται.
Grand Declaration Of War: Let there be war!
Το “Grand Declaration Of War” βγήκε το 2000 και έκανε το αντίθετο από ό,τι περίμεναν όλοι. Αντί για δεύτερο “De Mysteriis Dom Sathanas”, οι Mayhem παρέδωσαν έναν δίσκο με καθαρά φωνητικά, vocoder, θόρυβο και ένα κομμάτι που είναι κυριολεκτικά σιωπή. Η δομή δεν ακολουθεί τραγούδια, ακολουθεί κεφάλαια, σαν να διαβάζεις βιβλίο αντί να ακούς άλμπουμ. Για ένα είδος που είχε μόλις κλειδώσει τους κανόνες του, αυτό ήταν προβοκάτσια.
Ο τίτλος βγαίνει από τον Friedrich Nietzsche, που είχε περιγράψει έτσι το δικό του “Twilight Of The Idols”. Οι στίχοι του Maniac κινούνται στο ίδιο έδαφος, με μηδενισμό και αντιχριστιανικό λόγο που απαγγέλλεται σαν πολιτική ομιλία. Το “A Time To Die” κρατάει την ωμή πλευρά, ενώ το “A Bloodsword And A Colder Sun” φεύγει τελείως από το metal. Παρόλα αυτά, ο δίσκος ακούγεται ενιαίος, και αυτό είναι το δύσκολο κομμάτι.

Η υποδοχή ήταν κακή, οι πωλήσεις χειρότερες, και μεγάλο μέρος του παλιού κοινού έφυγε. Με τα χρόνια το άλμπουμ ανέβηκε στην εκτίμηση, κυρίως επειδή κανείς άλλος δεν τόλμησε κάτι ανάλογο μέσα στο είδος. Είναι ο δίσκος που έδειξε ότι το black metal μπορεί να λειτουργήσει σαν concept χωρίς πλήκτρα, χωρίς ορχήστρα και χωρίς μελοδραματισμό. Τον πλήρωσαν ακριβά τότε, τον εισέπραξαν σε κύρος αργότερα.
Chimera: O τελευταίος δίσκος του Maniac
Τέσσερα χρόνια μετά, το “Chimera” του 2004 κάνει στροφή προς τα πίσω χωρίς να είναι υποχώρηση. Τα ηλεκτρονικά φεύγουν, τα κενά και οι απαγγελίες μαζεύονται, και αυτό που μένει είναι ταχύτητα και τεχνική. Ο Hellhammer παίζει εδώ με ακρίβεια που μπερδεύει τον ακροατή για το αν ακούει άνθρωπο ή μηχανή. Ο Blasphemer κρατάει τις πολύπλοκες δομές του προηγούμενου δίσκου και τις βάζει σε κομμάτια που επιτίθενται κατευθείαν, όπως το “Whore”.
Για τον Maniac είναι η τελευταία δουλειά με το σχήμα. Στο “My Death” ακούγεται το χορωδιακό «odium humani generis», μια φράση που συνοψίζει τη θεματολογία καλύτερα από οποιαδήποτε συνέντευξη. Η ερμηνεία του είναι πιο στεγνή από πριν, χωρίς τα θεατρικά του 2000, και πολλοί διάβασαν σε αυτό την κούραση που οδήγησε στην αποχώρησή του. Παραμένει ο πιο υποτιμημένος τραγουδιστής που πέρασε από τους Mayhem, κυρίως επειδή βρέθηκε ανάμεσα σε δύο ονόματα με τεράστιο βάρος.
Ordo Ad Chao: Και οι Mayhem γίνονται ξανά επιδραστικοί
Το 2007 επιστρέφει ο Attila Csihar και το “Ordo Ad Chao” κυκλοφορεί με παραγωγή που ακούγεται σαν demo. Λάσπη, θόρυβος, όργανα που μπλέκονται μεταξύ τους. Η επιλογή ήταν συνειδητή και χωρίζει το κοινό στα δύο μέχρι σήμερα. Ο Blasphemer γράφει μουσική που δεν στηρίζεται σε riff αλλά σε κύματα έντασης, με τον Hellhammer να παίζει ρυθμούς που έρχονται από τη jazz περισσότερο παρά από το metal.
Εδώ βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ολόκληρης της καριέρας τους. Αν μετρήσεις πόσες μπάντες dissonant black metal χρωστούν κάτι σε αυτόν τον δίσκο, είναι μάλλον το πιο επιδραστικό τους άλμπουμ μετά το ντεμπούτο. Η παραμόρφωση, η βαριά αντήχηση και οι σπασμένες δομές έγιναν συνταγή για μια ολόκληρη γενιά, κυρίως στη Γαλλία και στη Βόρεια Αμερική, συχνά χωρίς το ζητούμενο να γίνει κατανοητό.

Ο Attila δουλεύει περισσότερο σαν ηθοποιός παρά σαν τραγουδιστής, περνώντας από ψιθύρους σε κλάμα και από λαρυγγικά σε κάτι που θυμίζει όπερα. Το “Illuminate Eliminate” ξεπερνάει τα εννιά λεπτά και συγκεντρώνει όλα όσα δοκιμάζει ο δίσκος, από τα doom περάσματα μέχρι τα σημεία που μοιάζουν να διαλύονται. Ήταν η μοναδική και τελευταία συνεργασία του με τον Blasphemer, που αποχώρησε λίγο μετά.
Esoteric Warfare: Mayhem χωρίς Blasphemer
Εφτά χρόνια κενού και δύο καινούριοι κιθαρίστες, ο Teloch και ο Ghul. Το “Esoteric Warfare” του 2014 δεν προσπαθεί να μιμηθεί τον προκάτοχό τους, κάτι που θα ήταν και μάταιο. Ο Teloch γράφει πιο ευθύγραμμα κομμάτια, κρατώντας τους περίεργους σχηματισμούς συγχορδιών που είχε καθιερώσει το προηγούμενο άλμπουμ. Η παραγωγή είναι καθαρότερη, χωρίς να χάνεται η ασφυκτική αίσθηση.
Το θέμα του δίσκου είναι ο ψυχολογικός πόλεμος και ο έλεγχος του νου. Το “Trinity” ανοίγει με τη φράση «I am become death, the destroyer of worlds» πάνω σε στρατιωτικά τύμπανα και σειρήνες, ενώ το “MILAB” βάζει ακόμα και hammond όργανο. Για πρώτη φορά οι Mayhem δουλεύουν πάνω σε ένα σενάριο που δεν έχει καμία σχέση με σατανισμό, και αυτό δείχνει πόσο είχε μετακινηθεί το σχήμα σε τριάντα χρόνια ζωής.
Daemon: Γυρίζουν οι Mayhem στις ρίζες τους;
Το “Daemon” του 2019 κυκλοφόρησε είκοσι πέντε χρόνια μετά το ντεμπούτο και η σύμπτωση δεν ήταν τόσο σύμπτωση. Το υλικό γράφτηκε στη διάρκεια της περιοδείας όπου το σχήμα έπαιζε ολόκληρο το πρώτο άλμπουμ. Όταν παίζεις τα ίδια κομμάτια εκατοντάδες φορές, αρχίζεις να συνθέτεις σαν αυτά. Τα riff στα “The Dying False King” και “Malum” πατάνε ξεκάθαρα στη γλώσσα του 1994, οι δομές όμως ανήκουν στη μετά τον Euronymous εποχή.

Μέρος του κοινού το κατηγόρησε ως πολύ safe. Είναι δίκαιη παρατήρηση, μόνο που κάθε μπάντα γράφει έχοντας κατά νου ένα κοινό. Ο Ghul, πρώην κιθαρίστας των Cradle of Filth, υπογράφει τέσσερα από τα δυνατότερα κομμάτια, κάτι που δείχνει ότι το σχήμα λειτουργεί ξανά συλλογικά και όχι γύρω από έναν άνθρωπο. Το “Bad Blood” έχει ακόμα και σόλο κιθάρας, σχεδόν ανήκουστο για αυτούς.
Liturgy Of Death: Tι κάνουν οι Mayhem σήμερα;
Ο έβδομος δίσκος, το “Liturgy Of Death”, κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2026 με το ίδιο line up εδώ και πάνω από μία δεκαετία, κάτι πρωτοφανές στην ιστορία τους. Η σταθερότητα φαίνεται στη μουσική, που ακούγεται δουλεμένη σαν σύνολο και όχι σαν συρραφή ιδεών. Τα κομμάτια είναι μακρύτερα από ό,τι συνηθίζουν, με τελετουργικό χαρακτήρα, ενώ η παραγωγή είναι πιο κοφτερή από αυτήν του “Daemon”.
Το “Despair” κρατάει την ταχύτητα, ενώ το “The Sentence Of Absolution” κλείνει με τρόπο που θυμίζει περισσότερο την ισλανδική σχολή παρά τη νορβηγική. Το ότι ένα σχήμα σαράντα δύο ετών δανείζεται ιδέες από μπάντες που το ίδιο επηρέασε, λέει αρκετά για το πώς έχει κινηθεί κυκλικά το είδος. Κανείς δεν περιμένει πια ανατροπή από αυτούς, ούτε και χρειάζεται.

Αν κάποιος θέλει να καταλάβει τη σημασία τους, το “De Mysteriis Dom Sathanas” είναι η αρχή και όχι το τέλος της διαδρομής. Εφτά δίσκοι σε σαράντα δύο χρόνια δεν είναι πολλοί, κάθε ένας τους όμως μετακίνησε κάτι στο τι θεωρείται επιτρεπτό μέσα στο είδος. Η ουσιαστική συνεισφορά τους φαίνεται στο ότι έξι φορές μετά το αριστούργημά τους αρνήθηκαν να το ξαναγράψουν.



