Η επιστροφή ενός γνώριμου εφιάλτη φέρνει συχνά μια παράξενη αίσθηση οικειότητας και με την κυκλοφορία του “The Great Satan”, ο Rob Zombie επαναφέρει τον industrial τρόμο σε μια μορφή που αναγνωρίζουμε πραγματικά. Στη νέα αυτή δουλειά του, ο καλλιτέχνης άφησε στην άκρη τους πειραματισμούς της τελευταίας δεκαετίας για να εστιάσει σε έναν πιο πειθαρχημένο και σκληρό ήχο.
Το άλμπουμ μάς σέρνει πίσω στο υπόγειο όπου σφυρηλατήθηκε για πρώτη φορά η περσόνα του Hellbilly. Μεγάλο μέρος της δυναμικής αυτού του δίσκου οφείλεται στην επιστροφή των Mike Riggs και Blasko, οι οποίοι φέρνουν μια πιο metal λογική που κυριαρχεί σε όλη τη διάρκεια της ακρόασης. Είναι μια κίνηση που μοιάζει να κλείνει έναν κύκλο δεκαετιών, φέρνοντας πίσω την αρχέγονη ενέργεια που έκανε τον Rob Zombie μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες του σκληρού ήχου.
Η ηχητική παλέτα του άλμπουμ κλίνει προς μια “μονόχρωμη” αισθητική, αφήνοντας πίσω τις “πολύχρωμες” και ενίοτε χαοτικές παραγωγές των προηγούμενων ετών. Ήδη από το ξεκίνημα του “F.T.W. 84”, γίνεται σαφές ότι ο Zombie υιοθετεί μια επιθετικότητα που παραπέμπει ευθέως στην εποχή των White Zombie. Ο ήχος εδώ αποτελεί μια μελετημένη χρήση ρυθμικού όγκου, όπου τα industrial δείγματα και τα κινηματογραφικά αποσπάσματα δένουν οργανικά με τις κιθάρες.
Αυτή η προσέγγιση κορυφώνεται σε στιγμές όπως το “The Black Scorpion”, ένα κομμάτι που συμπυκνώνει μέσα σε ενενήντα δευτερόλεπτα μια καθαρή punk παράνοια. Το συγκεκριμένο δείγμα αποδεικνύει ότι το συγκρότημα παράγει ενέργεια ικανή να πυροδοτήσει έντονα circle pits, στηριζόμενο στη δύναμη των συνθέσεων και όχι σε studio τεχνάσματα. Μάλλον ο Rob θυμήθηκε ότι η απλότητα και η ταχύτητα παραμένουν ισχυρά όπλα στη φαρέτρα του καλλιτέχνη.

Στο “Punks And Demons”, ο ρυθμός γίνεται ακόμα πιο επίμονος, με ένα μοτίβο που σου τρυπάει το μυαλό και μένει εκεί για ώρες. Πρόκειται για μια σύνθεση που βασίζεται στην επανάληψη, δημιουργώντας μια υπνωτική αλλά ταυτόχρονα επιθετική κατάσταση. Εδώ η επιστροφή του Riggs στην κιθάρα κάνει τη διαφορά, καθώς τα riff του έχουν αυτόν τον sludge χαρακτήρα που χρειαζόταν ο Rob Zombie για να ακουστεί ξανά απειλητικός.
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το “Heathen Days”, όπου τα επιβλητικά σηκώματα και τα βαριά riffs γεμίζουν τον χώρο, δίνοντας σου την αίσθηση ενός τοίχου που πέφτεις πάνω του με φόρα. Η παραγωγή αποφεύγει την υπερβολή και δίνει χώρο στα φυσικά χαρακτηριστικά των οργάνων, κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα να ακούγεται πιο αληθινό και άμεσο.
Παρά τη στροφή προς το σκληρότερο metal, ο δίσκος διατηρεί μια θεατρική ισορροπία. Το “Sir Lord Acid Wolfman” είναι ένα αργόσυρτο κομμάτι που αφήνει την ατμόσφαιρα να αναπνεύσει μέσα από grooves που θυμίζουν σκοτεινό καμπαρέ. Η χρήση ανατολίτικων πνευστών και μια jazzy πινελιά στο κλείσιμο δείχνουν ότι υπάρχει ακόμα χώρος για δημιουργικές εκπλήξεις, χωρίς αυτές να υπονομεύουν τη συνοχή του δίσκου.
Στο “The Devilman”, το μπάσο του Blasko είναι σεμιναριακού επειπέδου, προσφέροντας μια σταθερή και βαριά βάση. Ο ρυθμός εκεί γίνεται το κύριο όχημα της αφήγησης, δημιουργώντας ένα κλίμα που θυμίζει τις giallo ταινίες της δεκαετίας του εβδομήντα, κάτι που Rob ο Zombie πάντα αγαπούσε να ενσωματώνει στη μουσική του.

Η συμμετοχή του Ginger Fish στα drums παραμένει κομβική, προσφέροντας γεμίσματα που δίνουν πνοή σε κομμάτια όπως το “Revolution Motherfuckers”. Παρόλο που κάποια σημεία του δίσκου μπορεί να θεωρηθούν πιο συμβατικά, η εκτέλεση παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Το “(I’m A) Rock N’ Roller” αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τραγουδιού φτιαγμένου για μεγάλες αρένες, με b-movie αισθητική και μια slithering παράδοση στους στίχους που ταιριάζει απόλυτα στο ύφος του Zombie. Οι στίχοι παραμένουν, όπως πάντα, μια συλλογή από berserk εικόνες και horror αναφορές, προσφέροντας αυτό το αίσθημα διασκέδασης που είναι απαραίτητο για ένα τέτοιο εγχείρημα.
Το κλείσιμο του άλμπουμ με το “Unclean Animals” αναδεικνύει μια πιο πειραματική πλευρά, με ασύμφωνες κιθάρες και μια δομή που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα μοτίβα. Οι ιδιαίτερες τονικές εναλλαγές στα κουπλέ και τα gothic ορχηστρικά μέρη δίνουν στο κομμάτι μια σχεδόν progressive αίσθηση, κλείνοντας τον δίσκο με έναν τρόπο που αφήνει υποσχέσεις για το μέλλον.
Η συνολική ροή του “The Great Satan” παραμένει συμπαγής και γεμάτη ενέργεια, αποφεύγοντας τη φλυαρία των προηγούμενων κυκλοφοριών που συχνά ξεπερνούσαν σε διάρκεια το αναγκαίο. Ο περιορισμένος αριθμός τραγουδιών βοηθά στην αποφυγή της επανάληψης και κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο από την αρχή μέχρι το τέλος.
Ουσιαστικά, το “The Great Satan”, αν και δεν ανακαλύπτει τον τροχό, καταφέρνει να τον γυρίσει με την ορμή που είχε πριν από δύο δεκαετίες. Πρόκειται για έναν δίσκο που δικαιολογεί την ύπαρξή του μέσα από την έντασή του και την τίμια επιστροφή στις ρίζες. Η συνεργασία με τους Riggs και Blasko αποδείχθηκε η σωστή κίνηση τη δεδομένη στιγμή, επαναφέροντας τη metal αιχμή που είχε κάπως αμβλυνθεί. Στο σύμπαν του Rob Zombie, το σκοτάδι αποτελεί την κύρια ατραξιόν και η νέα αυτή κυκλοφορία το επιβεβαιώνει με τον πιο ηχηρό τρόπο, προσφέροντας μας ακριβώς αυτό που περιμέναμε από την εποχή του Hellbilly Deluxe 2.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Rob Zombie
Album: The Great Satan
Release Date: 27/02/2026
Label: Nuclear Blast Records
Genre: Industrial Metal, Groove Metal
1. F.T.W. 84
2. Tarantula
3. I’m a Rock N Roller
4. Heathen Days
5. Who Am I
6. Black Rat Coffin
7. Sir Lord Acid Wolfman
8. Punks And Demons
9. The Devilman
10. Out Of Sight
11. Revolution Motherfuckers
12. Welcome To The Electric Age
13. The Black Scorpion
14. Unclean Animals
15. Grave Discontent
Rob Zombie: The Great Satan
Το αποτέλεσμα δικαιώνει όσους αναζητούσαν την ακατέργαστη ορμή του παρελθόντος. Η νέα δουλειά του Rob Zombie απομακρύνεται από περιττές προσθήκες, επενδύοντας στη δύναμη των riffs και στην αισθητική των ταινιών τρόμου. Πρόκειται για μια συμπαγή κυκλοφορία που επαναφέρει τον δυναμισμό στις συνθέσεις, αποδεικνύοντας πως ο industrial ήχος παραμένει το φυσικό του περιβάλλον.
