Μου είχε λείψει ένα black metal live και, μετά τον νέο δίσκο των Fauth, το ενδιαφέρον μου για τον Andy Marshall και κατ’ επέκταση τους Saor είχε αναζωπυρωθεί. Είχα μια προσμονή για εκείνη τη γνώριμη, σχεδόν τελετουργική ατμόσφαιρα που μόνο τέτοιου τύπου σχήματα μπορούν να δημιουργήσουν. Αυτό που δεν περίμενα, όμως, ήταν το πόσο έντονα θα με εντυπωσίαζαν και οι δύο support μπάντες, οι Waerteras και οι Winter Eternal. Η παρουσία τους λειτούργησε κάτι παραπάνω από ιδανικά, δίνοντας στη βραδιά συνοχή και βάθος από τα πρώτα λεπτά.
Waerteras
Σε πόσα live έχετε πάει και ακούτε μια μπάντα για πρώτη φορά στη ζωή σας ζωντανά; Ειδικά σε πιο underground εμφανίσεις, αυτό μου έχει συμβεί κάμποσες φορές. Και ναι, μια κυκλοφορία που σου είχε ξεφύγει και τη συναντάς αναπάντεχα μπορεί εύκολα να σε κερδίσει, το να σε πείσει όμως live, ως support και μάλιστα σε ξένη χώρα, είναι μια εντελώς διαφορετική συνθήκη και σίγουρα όχι η πιο εύκολη. Οι επίσης Σκοτσέζοι Waerteras, πάντως, κατάφεραν ακριβώς αυτό.
Ο ήχος τους είναι ένα αποπνικτικό black metal που φλερτάρει τόσο με τις πιο ατμοσφαιρικές εκφάνσεις του είδους όσο και με τις πιο καταθλιπτικές του, χωρίς ποτέ να αγκαλιάζει πλήρως καμία από τις δύο. Στη σκηνή ξεχωρίζει ο D.K., του οποίου το κινησιολογικό performance είναι άκρως λιτό, όμως τα φωνητικά του ξεδιπλώνονται σαν μια αδιάκοπη αφήγηση, με το εκκρεμές να κινείται διαρκώς ανάμεσα στην απελπισία και τον τρόμο. Και φυσικά, ο A.C.W. στην κιθάρα, που πέρα από το παρουσιαστικό του -αρκετά ψηλός, είναι η αλήθεια- αποδεικνύεται και ικανότατος κιθαρίστας, με ουσιαστικό ρόλο στη συνολική δυναμική της μπάντας.
Στη σκηνή βρέθηκαν για περίπου 40 λεπτά και, παρότι η πλειονότητα του κόσμου δεν τους γνώριζε, τα κεφάλια δεν σταμάτησαν στιγμή να κουνιούνται στον ρυθμό των Waerteras. Η εμφάνισή τους είχε μια αμεσότητα που με κέρδισε και το set, παρότι μου ήταν άγνωστο, ήταν συμπαγές και με σωστή ροή, δείχνοντας ότι ήξεραν ακριβώς πώς να αξιοποιήσουν τον χώρο και τον χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Winter Eternal
Μία μικρή διακοπή και στη σκηνή εφορμούν οι Winter Eternal. Αν δεν κάνω κάποιο πολύ μεγάλο λάθος, αυτό ήταν μόλις το δεύτερο show τους ever, κάτι που πάντως δεν φάνηκε σε καμία περίπτωση πάνω στη σκηνή. Προφανώς εγώ τους έβλεπα για πρώτη φορά ζωντανά, ωστόσο υπήρχε ένα μικρό “σκονάκι”, αφού τον δίσκο τους που κυκλοφορεί στις 13 Φεβρουαρίου, το “Unveiled Nightsky”, τον είχα ήδη ακούσει. Το αναφέρω αυτό κυρίως λόγω της ζωντανής απόδοσης των “Born of Winter’s Breath”, “Omen of the Cosmic Order” και “Nurtured by the Night”.
Με κράτησαν, ωστόσο δεν μπορώ να πω ότι έμεινα και άναυδος. Υπήρχαν στιγμές που η ένταση και η ατμόσφαιρα λειτούργησαν όπως έπρεπε, ειδικά όταν το set πάταγε πάνω στα πιο μελωδικά και σκοτεινά σημεία του υλικού τους, χωρίς όμως να φτάνει σε εκείνο το επίπεδο που σε αποσπά πλήρως από το περιβάλλον γύρω σου.












Ίσως να έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι μιλάμε για μια μπάντα στα πρώτα της συναυλιακά βήματα, κάτι που φάνηκε κυρίως στη διαχείριση της δυναμικής και στη σύνδεση των κομματιών μεταξύ τους. Παρ’ όλα αυτά, άφησαν την αίσθηση ότι με λίγο περισσότερο χρόνο στη σκηνή μπορούν να εξελιχθούν σε κάτι αρκετά πιο επιβλητικό. Τα τύμπανα και οι κιθάρες ξεχώρισαν, δίνοντας όγκο και ενδιαφέφον στο υλικό, ενώ υπήρχε συνολικά σφιχτό παίξιμο και σωστό δέσιμο, ειδικά στα πιο γρήγορα σημεία. Συνολικά, η εικόνα τους έδειξε μια μπάντα πολά υποσχομένη.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Saor
Επειδή άκουσα αρκετά σχόλια που έκαναν λόγο για “βαρετούς Saor», θα ξεκινήσω λίγο ανορθόδοξα. Ο ήχος των Σκοτσέζων, εξ ορισμού, είναι από τους πιο δύσκολους να αποδοθούν live, ενώ από τη στιγμή που μια μπάντα επιλέγει να τον μεταφέρει στη σκηνή, είναι σαφές πως δεν μιλάμε για ένα “παραδοσιακό” black metal live. Οπότε, ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς περίμεναν να ακούσουν ή να δουν όσοι τους χαρακτήρισαν βαρετούς. «Μιλάμε για ένα sub-genre που δίνει τεράστιο βάρος στην ατμόσφαιρά του, κάτι που προφανώς στη ζωντανή εκτέλεση απαιτεί προσαρμογές, χωρίς όμως να χάνει τον χαρακτήρα του. Παραμένει περισσότερο μυσταγωγικό παρά “ωμό”, και αυτό είναι ένα στοιχείο που είτε το αποδέχεσαι είτε όχι, αλλά δε γίνεται να το παραβλέψεις.
Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι ο Andy Marshall δεν κρατούσε κιθάρα αλλά μπάσο, ασχέτως του ότι, έπειτα από μια μικρή σχετική έρευνα, διαπίστωσα πως πάντα έτσι ήταν τα πράγματα. Τέλος πάντων, μικρή σημασία έχει αυτό, αφού το δίδυμο των Nicolas Bise και Martin Rennie ήταν εξαιρετικό, με τον ήχο τους να βγαίνει καθαρός, ογκώδης και απόλυτα ελεγχόμενος. Εναλλάσσονταν σε lead και rhythm με χαρακτηριστική άνεση, χτίζοντας layers που λειτουργούσαν τόσο μεμονωμένα όσο και ως σύνολο, χωρίς να κουράζουν, παρά τη διάρκεια των σνθέσεων.
Φυσικά, δίπλα τους βρισκόταν και η επίσης εξαιρετική Ella Zlotos, η οποία εναλλασσόταν συνεχώς ανάμεσα στα πνευστά, αναλαμβάνοντας σε μεγάλο βαθμό τη μεταφορά της ατμόσφαιρας και πάνω στο σανίδι. Υπήρχαν μάλιστα στιγμές όπου λειτουργούσε ουσιαστικά ως το front πρόσωπο των Saor, με τον Andy να υποχωρεί στο πίσω μέρος της σκηνής. Ο ιθύνων νους των Saor, στα μάτια μου, ήταν συνολικά εξαιρετικός, με τα φωνητικά του να λειτουργούν ως το glue material του ήχου, διατηρώντας ζωντανό το κάπως απόκοσμο ύφος των studio ηχογραφήσεων.


















Ειλικρινά, όταν άκουσα τα σχόλια περί «βαρετών Saor», μου έκαναν μεγάλη εντύπωση, καθώς οι Σκωτσέζοι, στη μία ώρα και κάτι που βρέθηκαν στη σκηνή του Temple, απέδωσαν όσο πιο πιστά γινόταν αυτό που ακούς και στις κυκλοφορίες τους. Ίσως κι εγώ να ήθελα περισσότερα κομμάτια και από τους υπόλοιπους δίσκους τους, μιας και το “Amidst the Ruins” είχε τη μερίδα του λέοντος, ωστόσο αυτό σε καμία περίπτωση δεν με εμπόδισε από το να περάσω καλά βλέποντάς τους επί σκηνής.
