Με μία ματιά...
Οι άγγελοι αποκαλύπτουν το πραγματικό, αδίστακτο πρόσωπό τους σε έναν πόλεμο χωρίς έλεος. Το “The Prophecy” επαναπροσδιόρισε τη σκοτεινή θρησκευτική μυθολογία των 90s.
- Cult Διαμάντι
- Πώς η ταινία ανέτρεψε τους κανόνες του υπερφυσικού σινεμά με εμβληματικές, ανατριχιαστικές ερμηνείες.
- Σκοτεινή μυθολογία, o Walken ως Γαβριήλ, παρασκήνιο παραγωγής και ο Viggo Mortensen ως Εωσφόρος
Με αφορμή τις συζητήσεις γύρω από τα υπερφυσικά θρίλερ των 90s, ήρθε η στιγμή να θυμηθούμε το “The Prophecy”. Η ταινία φέρει την υπογραφή του Gregory Widen και αποτελεί ένα πολύ ιδιαίτερο δείγμα σινεμά. Ο σκηνοθέτης εξερευνά μια διαφορετική πλευρά της θρησκευτικής μυθολογίας, φέρνοντας τους αγγέλους στη δική μας εποχή. Τα ουράνια πλάσματα παρουσιάζονται εδώ ως αδίστακτοι πολεμιστές που δρουν καθαρά για το δικό τους συμφέρον. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από έναν πόλεμο στον παράδεισο και το κυνήγι μιας σκοτεινής ανθρώπινης ψυχής. Το σενάριο μάς δείχνει τους αγγέλους ως πλάσματα εντελώς ξένα προς τον άνθρωπο, με τρομακτικές διαθέσεις.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο αστυνομικός Thomas Dagget, ο οποίος πήρε το όνομά του από τον Απόστολο Θωμά εξαιτίας της απώλειας της πίστης του. Ο χαρακτήρας του Elias Koteas προσπαθεί να βγάλει άκρη με μια σειρά από αλλόκοτα εγκλήματα που ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική. Η έρευνά του τον οδηγεί σε ένα πτώμα που στερείται ματιών, δεν διαθέτει αναπαραγωγικά όργανα και φέρει τη χημεία αίματος ενός εμβρύου. Αυτή η ανατριχιαστική ανατομία τονίζει τον εξωγήινο χαρακτήρα των πλασμάτων που έχουν κατέβει στη γη. Μέσα στα ρούχα αυτού του νεκρού αγγέλου βρίσκεται μια αρχαία βίβλος με ένα ανύπαρκτο 23ο κεφάλαιο στην Αποκάλυψη. Το συγκεκριμένο κείμενο γράφτηκε αποκλειστικά για τις ανάγκες της ταινίας και περιγράφει την εξέγερση των αγγέλων.
Πριν κάτσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη, ο Gregory Widen είχε ήδη γράψει το σενάριο για το “Highlander”. Οι επιρροές από εκείνη τη δουλειά φαίνονται καθαρά στην ιδέα των αθάνατων πλασμάτων που πολεμούν ανάμεσα σε ανυποψίαστους ανθρώπους. Η παραγωγή συνάντησε αρκετά εμπόδια, με το σενάριο να γράφεται κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή την ώρα των γυρισμάτων. Η ταινία γυρίστηκε βασικά στην Αριζόνα, με την πόλη Superior να γίνεται το φανταστικό Chimney Rock. Η επιλογή του έρημου τοπίου έδωσε στην ατμόσφαιρα μια γερή δόση απομόνωσης και απειλής. Το αποτέλεσμα καταφέρνει να νικήσει τον χαμηλό προϋπολογισμό με έξυπνα οπτικά τρικ.
Μικρά μυστικά της παραγωγής
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων συνέβησαν διάφορα ευτράπελα. Σε ένα νυχτερινό γύρισμα σε περιοχή αυτοχθόνων της Αμερικής, η Amanda Plummer ζήτησε να γίνει προσευχή για την προστασία της φύσης. Λίγα λεπτά αργότερα, το βαν της παραγωγής χτύπησε μια κουκουβάγια, προκαλώντας σοκ σε όλους. Ο αρχηγός της φυλής αντιμετώπισε το γεγονός με πολλή ψυχραιμία, λέγοντας «τίποτα δεν καταστράφηκε οριστικά και η ζωή συνεχίζεται». Αυτό το περιστατικό ταιριάζει γάντι με τον παράξενο χαρακτήρα του έργου, δίνοντας έναν απρόσμενο ρεαλισμό. Παράλληλα, τα πουλιά παίζουν συχνά τον ρόλο του συμβόλου για τους αγγέλους. Ο αρχάγγελος κουρνιάζει σαν αρπακτικό, βγάζοντας μια ζωώδη πλευρά.

Η ταινία απογειώνεται χάρη στον μοναδικό Christopher Walken στον ρόλο του αρχαγγέλου Gabriel. Ο διάσημος ηθοποιός βγάζει μια εξωγήινη, τρομακτική και συνάμα αστεία ενέργεια στον χαρακτήρα. Ο Gabriel σιχαίνεται ξεκάθαρα τους ανθρώπους και χρησιμοποιεί τον Jerry, έναν νεκρό που παίζει ο Adam Goldberg, για οδηγό επειδή οι άγγελοι δεν ξέρουν να οδηγούν. Λίγα χρόνια μετά έκανε τον ακέφαλο καβαλάρη στο “Sleepy Hollow”, δείχνοντας ξανά την άνεσή του στους ρόλους κακών. Ο Walken παραδίδει εδώ ένα σεμινάριο σωματικής έκφρασης, κάνοντας το απόκοσμο και το παράξενο να φαίνεται εντελώς φυσιολογικό.
Για να κάνει την παρουσία του ακόμα πιο απωθητική στους συναδέλφους του, ο Walken βρήκε ένα δικό του κόλπο. Η Virginia Madsen θυμάται πως ο ηθοποιός έτρωγε συνέχεια ωμές σκελίδες σκόρδου πριν γυρίσουν μαζί τις σκηνές τους. Η μυρωδιά ήταν τόσο βαριά που οι ηθοποιοί ένιωθαν κανονική αποστροφή όταν τον πλησίαζαν, κάτι που βοήθησε αβίαστα τις αντιδράσεις τους στον φακό. Το στυλ του χαρακτήρα είχε δοκιμαστεί δύο χρόνια πριν σε ένα μουσικό κλιπ. Ο ηθοποιός είχε κάνει τον άγγελο του θανάτου στο βίντεο της Madonna με την ίδια χλωμή επιδερμίδα. Η ομοιότητα δείχνει πόσο μελετημένη ήταν η περσόνα του.
Ο ιδανικός κινηματογραφικός εωσφόρος
Λίγοι γνωρίζουν πως ο σκηνοθέτης είχε δώσει αρχικά στο φιλμ τον χιουμοριστικό τίτλο “Scared Shitless by an Angel”. Η παραγωγή συνάντησε διάφορα εμπόδια και αλλαγές της τελευταίας στιγμής που διαμόρφωσαν το τελικό καστ. Για τον ρόλο του Εωσφόρου είχε επιλεγεί αρχικά ο Sean Penn, ο οποίος αποχώρησε λίγο πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Η τυχαία αυτή αποχώρηση άνοιξε τον δρόμο στον Viggo Mortensen να παραδώσει μια από τις πιο εμβληματικές ερμηνείες της καριέρας του. Ο ηθοποιός ανέλαβε τον ρόλο και μάλιστα έγραψε ο ίδιος πολλές από τις ατάκες του, βάζοντας τη δική του σκοτεινή σφραγίδα. Η δύναμή του πατάει στην απειλητική φωνή και το σίγουρο στήσιμο του σώματος.
Αξίζει να πούμε πως το καστ έχει ονόματα που βρέθηκαν την ίδια εποχή στο καλτ “Pulp Fiction”. Οι Walken, Stoltz και Plummer έπαιξαν στο φιλμ του σκηνοθέτη, δίχως να μοιραστούν κοινές σκηνές εκεί. Στο παρόν έργο βρίσκουν τον χώρο να παίξουν μαζί και να βγάλουν μια πολύ ωραία χημεία. Το επίπεδο των ηθοποιών σηκώνει πολύ το τελικό αποτέλεσμα μιας παραγωγής που πατάει κυρίως στις έξυπνες ιδέες. Το σενάριο βρίσκει διαρκώς τρόπους να πετάει μικρές, ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, όπως τον ανάποδο σταυρό στον τάφο του συνταγματάρχη. Κάθε σκηνή κρύβει σημάδια που κρατούν το μάτι του θεατή κολλημένο στην οθόνη.

Συνολικά το έργο δίνει μια διαφορετική ματιά στη θρησκευτική μυθολογία δίχως να γίνεται μάθημα κατηχητικού. Ο σκηνοθέτης αποφεύγει τα κλασικά κόλπα των ταινιών τρόμου και ρίχνει το βάρος στην αίσθηση του φόβου. Η επιτυχία της βασικής ιδέας έφερε αρκετές συνέχειες τα επόμενα χρόνια στις βιντεοκασέτες. Η πρώτη ταινία ξεχωρίζει μέχρι σήμερα ως ένα δείγμα σινεμά που τόλμησε να δείξει τους αγγέλους ως σκοτεινά και επικίνδυνα πλάσματα. Το απλό, σταράτο ύφος της μαζί με τις δυνατές ερμηνείες την κάνουν ιδανική επιλογή για όσους αγαπούν το είδος. Παραμένει ένα διαχρονικό καλτ διαμάντι που συνεχίζει να βρίσκει νέο κοινό.



