Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Οι Possessed μπήκαν στο στούντιο με δανεικό χρόνο και βγήκαν με έναν δίσκο που κανείς δεν ήξερε πώς να ονομάσει. Το “Seven Churches” έλυσε μόνο του το πρόβλημα, βάζοντας τη λύση στον τίτλο του τελευταίου κομματιού.
- Death, Morbid Angel και Rotting Christ πάτησαν πάνω του, γι' αυτό παραμένει υποχρεωτικό άκουσμα σαράντα χρόνια μετά.
- Ο δίσκος μετέφερε το thrash σε περιοχή που δεν είχε ακόμα όνομα και έδωσε στο death metal το λεξιλόγιό του.
- Ο Jeff Becerra καθιέρωσε το βραχνό γρύλισμα, ενώ οι Torrao και LaLonde έστησαν το tremolo picking του είδους.
Υπάρχει ένας δίσκος που μπαίνει πάντα στη μέση όταν η κουβέντα πάει στο πώς γεννήθηκε το death metal, και αυτός είναι το “Seven Churches”. Το ντεμπούτο των Possessed κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1985 και από τότε δεν έχει βγει ποτέ από το τραπέζι. Λίγα άλμπουμ εκείνης της χρονιάς αντέχουν τόση τριβή χωρίς να ακούγονται μουσειακά εκθέματα. Αυτό που έχει μείνει πίσω είναι το παρασκήνιό του, κι εκεί βρίσκονται τα πιο ενδιαφέροντα.
Μιλάμε για ένα άλμπουμ που γράφτηκε από παιδιά λυκείου, ηχογραφήθηκε μέσα σε διακοπές και κυκλοφόρησε από μια εταιρεία που δεν ήξερε ακριβώς τι αγόραζε. Το τελευταίο του κομμάτι έδωσε όνομα σε ένα ολόκληρο είδος, και αυτό από μόνο του κρατάει τη συζήτηση ανοιχτή για δεκαετίες. Η ιστορία γύρω του έχει περισσότερο ενδιαφέρον από τη γκρίνια για το αν πρόκειται για thrash με brutal φωνητικά ή για κάτι καινούργιο.
Πώς στήθηκε η μπάντα πριν από το ντεμπούτο;
Το σχήμα ξεκίνησε το 1982 στην περιοχή του San Francisco Bay Area, με τον κιθαρίστα Mike Torrao και τον ντράμερ Mike Sus να δουλεύουν σε ένα γκαράζ στο El Sobrante. Ο Jeff Becerra μπήκε στα φωνητικά και στο μπάσο, ενώ η θέση της δεύτερης κιθάρας άλλαξε χέρια μέχρι να καταλήξει στον Larry LaLonde. Δύο από τα μέλη πήγαιναν ακόμα στο Pinole Valley High School. Όταν κλείδωσε το line up, κανείς τους δεν είχε κλείσει τα δεκαοχτώ.
Γύρω τους έβραζε μια σκηνή που είχε ήδη βγάλει Metallica και Exodus, αλλά οι ίδιοι κοίταζαν αλλού. Venom, Exodus, Motörhead και ονόματα του NWOBHM είναι αυτά που αναφέρουν σταθερά ως επιρροές. Η εύκολη σύνδεση με τους Slayer δεν στέκει χρονικά, αφού το “Show No Mercy” κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1983, όταν η μπάντα είχε ήδη αρχίσει να γράφει υλικό. Το ζητούμενο ήταν να ακούγονται πιο βρόμικα και πιο γρήγορα από οτιδήποτε έπαιζε γύρω τους.

Το 1984 ήρθε το demo με τίτλο “Death Metal”, τρία κομμάτια που κυκλοφόρησαν χέρι με χέρι μέσα στη σκηνή. Οι Exodus το πήγαν στον Brian Slagel της Metal Blade, το “Swing Of The Axe” μπήκε στη συλλογή “Metal Massacre VI” και μέσα σε λίγους μήνες η Combat Records πρόσφερε συμβόλαιο. Τη διαχείριση ανέλαβε η Debbie Abono, μητέρα της τότε κοπέλας του LaLonde, χωρίς καμία προηγούμενη σχέση με τον χώρο.
Seven Churches: Πού και πότε γράφτηκε ο δίσκος;
Η ηχογράφηση έγινε την άνοιξη του 1985, στις σχολικές διακοπές, επειδή τότε ήταν το μόνο διάστημα που τα μέλη είχαν ελεύθερο χρόνο. Το στούντιο βρισκόταν στην Cotati της California, μέσα σε ένα αγρόκτημα με ζώα, λεπτομέρεια που επιστρέφει ως αστείο σε κάθε συνέντευξη μέχρι σήμερα. Ο δίσκος που συζητιέται ως αφετηρία ενός ολόκληρου είδους γράφτηκε ουσιαστικά μέσα σε ένα σχολικό κενό.
Στην παραγωγή κάθισε ο Randy Burns, ο οποίος έπαιξε ο ίδιος τη γνωστή εισαγωγή του “Tubular Bells” για να ανοίξει το “The Exorcist”. Μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα, το άλμπουμ δηλώνει ότι δανείζεται τη γλώσσα του horror και όχι τη γλώσσα της κοινωνικής καταγγελίας που κουβαλούσε το thrash. Η επιλογή δεν ήταν διακοσμητική, έδενε τον δίσκο με τον κινηματογράφο πριν ακουστεί η πρώτη νότα κιθάρας.
Ακούγοντάς το σήμερα, η παραγωγή δείχνει τα χρόνια της. Τα όργανα κολυμπάνε σε reverb, οι κιθάρες μπερδεύονται μεταξύ τους σε μερικά σημεία και τα τύμπανα μπαινοβγαίνουν στον χρόνο. Η σπηλαιώδης αίσθηση που αργότερα έγινε σήμα κατατεθέν του old school death metal ξεκινάει από εδώ. Αυτό που τότε ήταν περιορισμός μετατράπηκε σε αισθητική επιλογή για δεκάδες σχήματα που ήθελαν να ακούγονται σαν να ηχογραφούν μέσα σε κρύπτη.
Ποιος έδωσε το όνομα στο είδος;
Το άλμπουμ κλείνει με το “Death Metal”, κομμάτι που υπήρχε ήδη από το demo του 1984 αν και ο Becerra διεκδικεί τη χρήση του όρου από το 1983, πριν υπάρξει είδος για να τον φορέσει. Ένας τίτλος τραγουδιού δεν γεννάει από μόνος του ρεύμα, δίνει όμως στη σκηνή μια λέξη να χρησιμοποιήσει. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί λίγα χρόνια νωρίτερα με το “Black Metal” των Venom.

Η κουβέντα για το αν πρόκειται για τον πρώτο death metal δίσκο δεν έχει κλείσει και μάλλον δεν πρόκειται. Από τη μία πλευρά στέκουν τα φωνητικά, το tremolo picking, οι ασύμμετρες δομές και η ατμόσφαιρα. Από την άλλη, τα τύμπανα παραμένουν thrash στη λογική τους, χωρίς blast beats, και αυτό κρατάει τον δίσκο με το ένα πόδι στην προηγούμενη γενιά. Και οι δύο αναγνώσεις έχουν βάση.
Possessed ή Death: Ποιος έβγαλε πρώτος δίσκο death metal;
Στην πράξη, η σύγκριση γίνεται πάντα με το “Scream Bloody Gore” των Death, που κυκλοφόρησε το 1987. Εκείνος ο δίσκος έχει πιο καθαρό ήχο, πιο βαθιά φωνητικά και δομές που μοιάζουν ήδη με είδος και όχι με πείραμα. Η απόσταση των δύο ετών είναι το μόνο αδιαμφισβήτητο στοιχείο της κουβέντας, όλα τα υπόλοιπα κρίνονται με το αυτί. Ο ίδιος ο Chuck Schuldiner αναγνώριζε δημόσια τους Possessed ως το σχήμα που άνοιξε τον δρόμο, κάτι που λέει αρκετά για το πώς έβλεπαν τη διαμάχη οι πρωταγωνιστές της.
Το 2019, στα δεκαοχτώ χρόνια από τον θάνατο του Schuldiner, ο Becerra δημοσίευσε ανοιχτή επιστολή προς τον παλιό του φίλο. Μιλάει για τα βράδια που κάθονταν και αντάλλασσαν riff, και για το ότι ο Schuldiner ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που κατάλαβαν τι έκαναν οι Possessed. Γράφει επίσης ότι, αν ζούσε, θα γελούσαν μαζί με όσους «νομίζουν ότι ήμασταν σε κάποιου είδους ανταγωνισμό». Η κόντρα, δηλαδή, υπήρξε κυρίως στα περιοδικά και στα φόρουμ, όχι ανάμεσα στους δύο ανθρώπους στους οποίους χρεώθηκε.
Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η θέση του Becerra στην εξέλιξη των φωνητικών. Πριν από το 1985, το έξτριμ μέταλ κινούνταν ανάμεσα σε οξείες κραυγές και φωνακλάδικο thrash, χωρίς ενδιάμεσο. Εδώ μπαίνει ένα βραχνό γρύλισμα μεσαίου εύρους που πατάει ανάμεσα στο ουρλιαχτό και στο growl. Οι επόμενοι το πήγαν βαθύτερα και πιο ακατάληπτα, το σημείο εκκίνησης όμως βρίσκεται σε αυτό το άλμπουμ.
Ποιες μπάντες πάτησαν πάνω στον δίσκο;
Η λίστα των ονομάτων που δηλώνουν το “Seven Churches” ως καθοριστικό άκουσμα είναι δυσανάλογα μεγάλος για μια μπάντα με τόσο μικρή δισκογραφία. Ο Chuck Schuldiner μετακόμισε στο Bay Area την ίδια περίοδο και οι Death άλλαξαν πορεία, ενώ ο Kam Lee έχει περιγράψει το demo ως τη στιγμή που κατάλαβε προς τα πού έπρεπε να κινηθούν. Στα πρώτα βήματα των Morbid Angel η επιρροή ακούγεται χωρίς να χρειάζεται εξήγηση.

Στην Ευρώπη ο αντίκτυπος ήταν ίσως μεγαλύτερος από ό,τι στο σπίτι τους, παρόλο που η μπάντα είχε παίξει ελάχιστα ζωντανά. Σχήματα όπως οι Rotting Christ, οι Samael και οι Dimmu Borgir έχουν αναφέρει τους Possessed στις επιρροές τους, κάτι που δείχνει ότι ο δίσκος πέρασε και στο black metal. Το 2004 κυκλοφόρησε άλμπουμ αφιέρωμα με Vader, Gorguts, Sinister, Amon Amarth και God Dethroned.
Μια άλλη ένδειξη είναι τα covers. Οι Cannibal Corpse έπαιξαν το “The Exorcist” στο EP “Hammer Smashed Face” το 1993, οι Cavalera Conspiracy το ξανάπιασαν το 2008 και οι Death το συμπεριέλαβαν σε επανέκδοση. Όταν τρεις διαφορετικές γενιές διαλέγουν το ίδιο κομμάτι, η επιλογή λέει κάτι για το πόσο καθαρά δουλεύει ακόμα.
Οι Possessed μετά το 1985
Λίγες εβδομάδες μετά την κυκλοφορία, το σχήμα πέταξε στο Montreal για το WWIII Weekend Festival, δίπλα σε Celtic Frost, Destruction, Voivod και Nasty Savage. Ήταν η πρώτη και μεγαλύτερη εμφάνισή τους, με κοινό κοντά στις επτά χιλιάδες. Ακολούθησε περιοδεία και μια βραδιά στο Kabuki του San Francisco μαζί με Slayer και Venom, από τις ελάχιστες φορές που η καριέρα τους κινήθηκε με ταχύτητα ανάλογη της μουσικής τους.
Το “Beyond The Gates” βγήκε το 1986 και δεν βρήκε την ίδια ανταπόκριση, ενώ το EP “The Eyes Of Horror” του 1987, σε παραγωγή Joe Satriani, γύρισε την πυξίδα προς καθαρό thrash. Εσωτερικές εντάσεις διέλυσαν τη μπάντα την ίδια χρονιά. Δύο χρόνια αργότερα ο Becerra τραυματίστηκε σοβαρά σε ληστεία και έμεινε σε αναπηρικό αμαξίδιο, κάτι που πάγωσε κάθε σκέψη για συνέχεια.
Η επιστροφή ήρθε το 2007 γύρω από τον ίδιο, με το “Revelations Of Oblivion” να κυκλοφορεί το 2019, τριάντα τρία χρόνια μετά τον προηγούμενο δίσκο. Υλικό από το ντεμπούτο παίζεται ακόμα ζωντανά, οπότε ο δίσκος δεν έμεινε ποτέ μόνο στα ράφια των συλλεκτών. Παράλληλα, το άλμπουμ συνεχίζει να επανεκδίδεται σε βινύλιο και να μπαίνει σε λίστες απαραίτητων ακουσμάτων.
Τέσσερις δεκαετίες μετά, το ερώτημα αν το “Seven Churches” είναι ο πρώτος death metal δίσκος αφορά κυρίως τα φόρουμ. Αυτό που μετράει είναι ότι τέσσερα παιδιά κατέγραψαν μια ιδέα πριν προλάβει κάποιος να τη βάλει σε κουτί, και η ιδέα κράτησε. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η αξία του, στην αφετηρία και όχι στην ετικέτα.



