Η δισκογραφική επιστροφή των Alter Bridge και διάδοχος του εξαιρετικού “Pawns & Kings” βρίσκει χωρίς αμφιβολία το συγκρότημα στην κορυφή της καριέρας του, αλλά και σε μια μεταβατική φάση: ανάμεσα στις τεράστιες υποχρεώσεις των μελών, με τους Creed να έχουν επανενωθεί θριαμβευτικά τα τελευταία χρόνια και τον Myles Kennedy να συνεχίζει τις παράλληλες solo δραστηριότητές του. Αν ήθελα λοιπόν να συνοψίσω το “Alter Bridge” σε μια μόνο φράση, αυτή θα ήταν πως πρόκειται για έναν δίσκο ανασυγκρότησης και δήλωσης ταυτότητας, αλλά όχι απαραίτητα και ανανέωσης. Είναι ένας δίσκος που συσπειρώνει όλα τα στοιχεία που έχουν κάνει τους Alter Bridge αυτό που είναι, χωρίς να υποδηλώνει κάποια θεαματική νέα κατεύθυνση.
Η ηχογράφηση έγινε σε δύο εμβληματικούς χώρους: στα 5150 Studios του Eddie Van Halen στο Los Angeles και στο Barbarosa Studio στη Φλόριντα. Ο Tremonti μάλιστα περιέγραψε την εμπειρία ως «εμπειρία ζωής», τονίζοντας ότι η ιστορικότητα του περιβάλλοντος γέμισε τη μπάντα με αυτοπεποίθηση. Παράλληλα, είχε δημιουργήσει προσδοκίες μιλώντας για κάτι «αδιανόητα cool» και «εξαιρετικά special», αυξάνοντας κατακόρυφα τον πήχη των προσδοκιών.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Silent Divide”, ένα κομμάτι που σηματοδοτεί εξαρχής την αισθητική του δίσκου: σφιχτό, με το γνώριμο βάρος στο rhythm section και τα riffs του Tremonti να κυριαρχούν. Είναι μια εισαγωγή που δείχνει ξεκάθαρα πως η μπάντα επέλεξε να πατήσει στα δυνατά της σημεία. Τα “Rue the Day”, με το εξαιρετικό ρεφρέν του, και “Power Down” κινούνται στο ίδιο μονοπάτι, με πολύπλοκες κιθαριστικές υφές και μια ένταση που παραπέμπει στις βαρύτερες στιγμές της μπάντας, δείχνοντας ότι οι Alter Bridge παραμένουν σταθεροί στο σκληρό, στιβαρό ύφος που τους καθιέρωσε.
Στο “Trust in Me”, την κορυφαία ίσως στιγμή του δίσκου, ακούμε μια εναλλαγή στα φωνητικά ανάμεσα στους Myles Kenedy και Mark Tremonti, η οποία λειτουργεί πολύ θετικά. Η μελωδία του και η απόδοση του Kenedy είναι πραγματικά εξαιρετικές, επιβεβαιώνοντας πως δίκαια συγκαταλέγεται ανάμεσα στα μεγαλύτερα σύγχρονα λαρύγγια στο χώρο του ροκ ευρύτερα. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στο εξαιρετικό “Disregarded” στο οποίο λάμπει με την εξαιρετική του απόδοση και ο Tremonti, θυμίζοντας την πιο επιθετική πλευρά του συγκροτήματος χωρίς όμως να υπολείπεται σε μελωδικότητα.
Το “Hang by a Thread”, μια από τις πιο μελωδικές στιγμές του δίσκου, εισάγει έναν πιο συναισθηματικό τόνο. Ξεκινάει σαν ακουστική μπαλάντα και κορυφώνεται σταδιακά και δραματικά. Πρόκειται για ένα κομμάτι που θεωρώ πως θα αγαπηθεί ιδιαίτερα στις ζωντανές εμφανίσεις του γκρουπ, χάρη στην ισορροπία που πετυχαίνει ανάμεσα στη λυρικότητα και την ένταση, μια ικανότητα που οι Alter Bridge ανέπτυξαν σταθερά μέσα στα χρόνια.
Ο δίσκος ολοκληρώνεται με το ατμοσφαιρικό “Slave to Master”, το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι στην δισκογραφία τους, το οποίο δίνει τον απαιτούμενο χώρο στον Tremonti να αποδείξει εκ νέου γιατί θεωρείται ένας εκ των κορυφαίων κιθαριστών στο είδος του σήμερα, χαρίζοντάς μας ένα υπέροχο solo.
Στο επίπεδο της παραγωγής, ο Michael “Elvis” Baskette, σταθερός συνεργάτης τους εδώ και δεκαετίες, παραδίδει άλλη μία εξαιρετικά καθαρή και στιβαρή παραγωγή. Εδώ όμως βρίσκεται και ο βασικός περιορισμός του δίσκου: ενώ ο ήχος είναι αψεγάδιαστος και εντυπωσιακός, δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από την πεπατημένη των τελευταίων δουλειών της μπάντας. Πρόκειται για μια επαγγελματική, αλλά ασφαλής επιλογή.
Θα έλεγε κανείς πως οι Alter Bridge στόχευαν σε ένα έργο που θα αναδείκνυε ποιοι είναι σήμερα, χωρίς όμως να επιδιώξουν κάποια ιδιαίτερη εξέλιξη του ύφους τους. Η ίδια η απόφαση να είναι self-titled υποδηλώνει ακριβώς αυτό. Το άλμπουμ ενσωματώνει όλα τα στοιχεία που έχουν κάνει τους Alter Bridge αγαπητούς από το 2004 μέχρι σήμερα, αλλά χωρίς να επιχειρεί μεγάλα άλματα προς κάτι νέο ή ρηξικέλευθο.
Συνολικά, το “Alter Bridge” μοιάζει να επιβεβαιώνει περισσότερο το ποιοι είναι οι Alter Bridge σήμερα, παρά να προτείνει κάτι διαφορετικό για το αύριο. Εν αντιθέσει με το Pawns & Kings, το νέο άλμπουμ είναι πιο συγκρατημένο, και με μικρότερη διάθεση πειραματισμού, αλλά περισσότερο προσηλωμένο στη συνοχή και στην καθαρότητα της ταυτότητάς του. Και ανάμεσα στο σύνολο της δισκογραφίας τους, το “Alter Bridge” λειτουργεί ως μία ώριμη, στέρεη και απολαυστική στιγμή, χωρίς ωστόσο να διεκδικεί τις θέσεις στην κορυφή της.
Το “Alter Bridge” λοιπόν είναι ένας δίσκος στέρεος και τεχνικά άψογος, γεμάτος φροντίδα στη λεπτομέρεια και αυτοπεποίθηση στην εκτέλεση. Διαθέτει όμορφες στιγμές, ισχυρά riffs, εξαιρετικά φωνητικά και μια συνολική ποιότητα που δύσκολα επιδέχεται αμφισβήτησης. Ταυτόχρονα όμως, παραμένει ένας δίσκος που αποφεύγει τους κινδύνους. Δεν θα απογοητεύσει κανέναν, αλλά ούτε και θα συγκλονίσει, είναι μια αξιόλογη επιβεβαίωση της δύναμης και της ταυτότητας των Alter Bridge, χωρίς διάθεση ριζικής εξέλιξης. Με λίγα λόγια, οι Alter Bridge παραμένουν μια σταθερή αξία, αλλά αυτή τη φορά δεν ρισκάρουν τίποτα παραπάνω από αυτό που γνωρίζουν ήδη πως μπορούν να κάνουν εξαιρετικά.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Alter Bridge
Album: Alter Bridge
Release Date: 09/01/2026
Label: Napalm
Genre: Alternaitve Metal
1. Silent Divide
2. Rue the Day
3. Power Down
4. Trust in Me
5. Disregarded
6. Tested and Able
7. What Lies Within
8. Hang by a Thread
9. Scales Are Falling
10. Playing Aces
11. What Are You Waiting For
12. Slave to Master
Producer: Michael “Elvis” Baskette
Alter Bridge: Myles Kennedy (Φωνή, κιθάρα, πλήκτρα), Mark Tremonti (Κιθάρα, φωνή), Brian Marshall (Μπάσο), Scott Phillips (Τύμπανα)
Alter Bridge: Alter Bridge
Ένας δίσκος ώριμος και προσεγμένος, που δείχνει απόλυτη αυτοπεποίθηση στη φόρμα αλλά περιορισμένη διάθεση ρίσκου. Οι Alter Bridge αποδίδουν με επαγγελματισμό και συνέπεια, προσφέροντας ένα σύνολο ποιοτικό και στιβαρό, περισσότερο επιβεβαιωτικό παρά καθοριστικό για την πορεία τους.
