Το “Dark City” αποτελεί μια από τις πιο τολμηρές στιγμές του σύγχρονου σινεμά, όπου ο σκηνοθέτης Alex Proyas, έχοντας στο πλευρό του τον Rufus Sewell ως John Murdoch, στήνει μια μηχανή παραγωγής εφιαλτών που προκαλεί το μυαλό όσο λίγες ταινίες στην ιστορία. Πρόκειται για μια ολιστική εμπειρία art direction, σκηνογραφίας και φωτογραφίας που κατοικεί σε μια εναλλακτική χρονική γραμμή, εκεί όπου το νουάρ συναντά την επιστημονική φαντασία μέσα από μια αισθητική που δανείζεται στοιχεία από τον κόσμο των comics και τον γερμανικό εξπρεσιονισμό.
O παράξενος κόσμος του “Dark City”
Η ιστορία μας πετάει απότομα στα βαθιά νερά μιας απόκοσμης μητρόπολης που πνίγεται στο σκοτάδι. Ο πρωταγωνιστής, John Murdoch, ξυπνά μέσα σε μια μπανιέρα ενός ξενοδοχείου χωρίς την παραμικρή ανάμνηση της ταυτότητάς του ή του παρελθόντος του. Το σκηνικό είναι εφιαλτικό: ένα πτώμα γυναίκας με χαραγμένες σπείρες στο σώμα της τον μετατρέπει αυτόματα στον βασικό ύποπτο για μια σειρά άγριων δολοφονιών ιερόδουλων.
Ένα τηλεφώνημα από τον Dr. Daniel Schreber, τον οποίο υποδύεται ο Kiefer Sutherland, τον προειδοποιεί να φύγει αμέσως. Καθώς ο Murdoch περιπλανιέται στους δρόμους, καταδιωκόμενος από τον επιθεωρητή Frank Bumstead, τον οποίο ενσαρκώνει ο William Hurt, συνειδητοποιεί ότι η πόλη αυτή κρύβει ένα τρομακτικό μυστικό. Κάθε μεσάνυχτα, ο χρόνος παγώνει για τους ανθρώπους και η ίδια η αρχιτεκτονική του μέρους αρχίζει να μεταμορφώνεται.

Κτίρια υψώνονται από το έδαφος, δωμάτια αλλάζουν σχήμα και ολόκληρες γειτονιές αναδιαμορφώνονται. Οι αρχιτέκτονες αυτού του πειράματος είναι οι The Strangers, μια φυλή εξωγήινων και προσπαθεί να κατανοήσει την ανθρώπινη ψυχή μέσω της χειραγώγησης των αναμνήσεων. Ο Murdoch είναι ο μοναδικός που παραμένει ξύπνιος κατά τη διάρκεια του Συντονισμού και ανακαλύπτει ότι διαθέτει τις ίδιες τηλεκινητικές δυνάμεις με τους δυνάστες του.
Alex Proyas: Ένας απίστευτος δημιουργός
Αυτό που καθιστά το “Dark City” ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Proyas χρησιμοποιεί την εικόνα για να μιλήσει για την ανθρώπινη κατάσταση χωρίς να καταφεύγει σε εύκολους συναισθηματισμούς ή ποιητικές φιοριτούρες. Η ταινία είναι μια οπτική πανδαισία που θυμίζει έντονα το “Metropolis” του Fritz Lang, αλλά πηγαίνει το όραμα αυτό σε ένα εντελώς νέο επίπεδο. Η πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός που καταπιέζει τους κατοίκους του, μια φυλακή χωρίς κάγκελα όπου η ίδια η μνήμη είναι το δεσμό.
Η επιλογή του Rufus Sewell ήταν στρατηγική, καθώς το έντονο βλέμμα του επέτρεπαν στο κοινό να ταυτιστεί με έναν χαρακτήρα που δεν έχει παρελθόν. Η Jennifer Connelly, ως Emma, προσδίδει μια μελαγχολική βαρύτητα στο ρόλο της συζύγου που «θυμάται» ότι αγαπά τον John, παρόλο που η μνήμη αυτή είναι μια τεχνητή ένεση που της δόθηκε μόλις πριν λίγες ώρες. Η ταινία θέτει το φιλοσοφικό ερώτημα αν είμαστε μόνο το άθροισμα των αναμνήσεών μας ή αν υπάρχει κάτι αμετάβλητο μέσα μας που ορίζει την ανθρωπιά μας.

Η τεχνική αρτιότητα του φιλμ είναι συγκλονιστική. Ο Proyas και ο διευθυντής φωτογραφίας Dariusz Wolski δημιούργησαν έναν κόσμο που μοιάζει με ζωντανό πίνακα του Edward Hopper, γεμάτο σκιές και απόκοσμους φωτισμούς. Η χρήση των παραμορφωτικών φακών ενισχύει την αίσθηση ότι ο χώρος γύρω από τους ήρωες δεν είναι σταθερός.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία είναι ο ρυθμός του μοντάζ, με πλάνα που διαρκούν κατά μέσο όρο λιγότερο από δύο δευτερόλεπτα, γεγονός που προσδίδει μια νευρική και παλμική ενέργεια στη δράση. Αυτή η επιλογή δεν έγινε για λόγους εντυπωσιασμού, αλλά για να αναπαραστήσει την αποσπασματική φύση της μνήμης του πρωταγωνιστή. Επιπλέον, η ταινία αποφεύγει την παγίδα του να γίνει μία απλή επίδειξη ειδικών εφέ,η ψηφιακή τεχνολογία χρησιμοποιείται εδώ για να ενισχύσει το περιεχόμενο και όχι για να το αντικαταστήσει.
To “Dark City” και η σύνδεση του με το “The Matrix”
Η σύγκριση με το “The Matrix” είναι αναπόφευκτη και απαραίτητη για να κατανοήσουμε το μέγεθος της επιρροής του “Dark City”. Το φιλμ του Proyas κυκλοφόρησε έναν χρόνο νωρίτερα και έθεσε τις βάσεις για όλη τη θεματολογία της πλαστής πραγματικότητας που έκανε διάσημη την ταινία των Wachowski. Μάλιστα, η παραγωγή του “The Matrix” αγόρασε και χρησιμοποίησε πολλά από τα σκηνικά του “Dark City”, όπως τις ταράτσες όπου γυρίστηκαν οι αρχικές καταδιώξεις.

Οι δύο ταινίες μοιράζονται ακόμα και κοινούς ηθοποιούς, όπως τον Bruce Spence, ο οποίος εδώ υποδύεται έναν από τους Ξένους και αργότερα εμφανίστηκε στο τρίτο μέρος του “The Matrix” ως Trainman. Ωστόσο, το “Dark City” παραμένει πιο ατμοσφαιρικό και λιγότερο διδακτικό, επιλέγοντας να δείξει παρά να εξηγήσει τη λειτουργία του κόσμου του. Η ιδέα ότι η ανθρωπότητα είναι το πειραματόζωο μιας ανώτερης, ετοιμοθάνατης φυλής που αναζητά την ψυχή είναι πολύ πιο σκοτεινή και υπαρξιακή από τη λογική της ενέργειας που τροφοδοτεί τις μηχανές στο “The Matrix”.
Πώς το “Dark City” έγινε αριστούργημα
Οι λεπτομέρειες πίσω από τη δημιουργία της ταινίας είναι εξίσου συναρπαστικές. Ο Proyas πήρε την ιδέα για τα κτίρια που μεταμορφώνονται παρατηρώντας τους τεχνικούς να μετακινούν τα σκηνικά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του “The Crow”. Το όνομα του Dr. Daniel Schreber προέρχεται από μια πραγματική ιστορική φιγούρα, έναν Γερμανό δικαστή που έπασχε από σχιζοφρένεια και έγραψε ένα βιβλίο για τις παραισθήσεις του, το οποίο μελέτησαν αργότερα ο Freud και ο Jung.
Οι Ξένοι στην ταινία χρησιμοποιούν την έννοια των «εφήμερων ανθρώπων» που περιγράφεται σε αυτό το βιβλίο. Ο Richard O’Brien, γνωστός από το “The Rocky Horror Picture Show”, ενσαρκώνει τον Mr. Hand με μια παγωμένη γοητεία που κόβει την ανάσα, ενώ ο ρόλος γράφτηκε ειδικά για αυτόν. Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι ότι ο Kiefer Sutherland πίστευε αρχικά ότι το σενάριο προοριζόταν για τον πατέρα του, Donald Sutherland, λόγω της ηλικίας του χαρακτήρα, αλλά ο Proyas επέμεινε στη συμμετοχή του, θεωρώντας ότι ένας νεότερος ηθοποιός θα έδινε μια πιο τραγική διάσταση στο ρόλο ενός ανθρώπου που δεν έχει γνωρίσει ποτέ το φως της ημέρας.
Το διακύβευμα και η ψευδαίσθηση της ελευθερίας
Η παραγωγή επέλεξε να χτίσει την πόλη σε κλειστό στούντιο για να έχει τον απόλυτο έλεγχο του φωτισμού και των γωνιών λήψης, δημιουργώντας μια αίσθηση που ο Proyas περιέγραψε ως «ντοκιμαντέρ από έναν άλλο κόσμο». Η χρήση φυσικών πηγών φωτισμού, όπως οι λάμπες του δρόμου, έδωσε στο φιλμ μια ρεαλιστική υφή παρά το φανταστικό του θέμα. Υπήρξαν πολλές δυσκολίες με το στούντιο, το οποίο φοβόταν ότι το κοινό δεν θα καταλάβαινε την πλοκή.
Αυτό οδήγησε στην επιβολή της εισαγωγικής αφήγησης στην αρχική έκδοση της ταινίας, η οποία ουσιαστικά πρόδιδε τις μεγαλύτερες ανατροπές από το πρώτο λεπτό. Στην έκδοση Director’s Cut, ο Proyas αφαίρεσε αυτή την αφήγηση, επιτρέποντας στο θεατή να βιώσει τη σύγχυση και την ανακάλυψη μαζί με τον πρωταγωνιστή. Επίσης, στην ίδια έκδοση χρησιμοποιήθηκε η πραγματική φωνή της Jennifer Connelly στα τραγούδια του κλαμπ, ενώ στην αρχική είχε χρησιμοποιηθεί ντουμπλάρισμα.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά οργανικά στοιχεία είναι η επιρροή του “Last Thursdayism” στην ταινία. Πρόκειται για μια φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει ότι ο κόσμος μπορεί να δημιουργήθηκε την περασμένη Πέμπτη με όλες τις αναμνήσεις και τα ιστορικά στοιχεία ήδη στη θέση τους, κάτι που το “Dark City” οπτικοποιεί με τον πιο τρομακτικό τρόπο. Οι Ξένοι δεν αλλάζουν μόνο τα κτίρια, αλλά και την ιστορία των ανθρώπων. Ένας άνδρας μπορεί να ξυπνήσει ως πλούσιος ενώ χθες ήταν άστεγος, και το μυαλό του θα αποδέχεται αυτή τη νέα πραγματικότητα ως τη μοναδική αλήθεια.
Ο Murdoch είναι το σφάλμα στο σύστημα, ο άνθρωπος που ξέφυγε από τον προγραμματισμό και αναγκάζει τους δυνάστες του να αναρωτηθούν τι είναι αυτό που τον κάνει διαφορετικό. Η εμμονή του με το Shell Beach, μια τοποθεσία που φαίνεται να θυμούνται όλοι αλλά κανείς δεν ξέρει πώς να φτάσει εκεί, αποτελεί το σύμβολο της χαμένης ελευθερίας και της νοσταλγίας για έναν κόσμο που ίσως δεν υπήρξε ποτέ.
To εμπρικό ναδίρ και το καλλιτεχνικό ζενίθ
Η ταινία είναι γεμάτη με σκόπιμους αναχρονισμούς για να προκαλέσει σύγχυση στον θεατή σχετικά με τη χρονική περίοδο. Βλέπουμε αυτοκίνητα της δεκαετίας του ’40, ρούχα που θυμίζουν τη δεκαετία του ’50 και τεχνολογία που μοιάζει με κάτι εντελώς εξωγήινο. Αυτή η ασυνέπεια είναι μέρος του πειράματος των Ξένων, οι οποίοι συλλέγουν κομμάτια από την ανθρώπινη ιστορία και τα αναμιγνύουν χωρίς λογική.
Ακόμα και τα ονόματα των καταστημάτων είναι απλώς περιγραφικά, στερημένα από κάθε ατομικότητα, τονίζοντας τη φύση της πόλης ως ένα τεράστιο εργαστήριο. Ο Proyas χρησιμοποίησε επίσης το σύμβολο της σπείρας σε όλη την ταινία –από τα αποτυπώματα μέχρι τα σύννεφα στο τέλος– ως μια οπτική αναφορά στη διαρκή ανακύκλωση και την αναδιαμόρφωση της ύλης.

Παρά το γεγονός ότι η ταινία δεν είχε την εμπορική επιτυχία που της άξιζε κατά την κυκλοφορία της, η αξία της αναγνωρίστηκε με το πέρασμα του χρόνου. Ο Roger Ebert, ένας από τους σημαντικότερους κριτικούς κινηματογράφου, την ονόμασε την καλύτερη ταινία του 1998 και η υποστήριξή του βοήθησε στο να αποκτήσει το φιλμ το cult status που έχει σήμερα. Η ατμόσφαιρά της είναι τόσο πυκνή που μπορείς σχεδόν να νιώσεις την υγρασία και την ψύχρα των δρόμων της. Είναι ένα έργο που δεν φοβάται να είναι σκοτεινό και απαιτητικό, αποφεύγοντας τις ευκολίες των χολιγουντιανών παραγωγών της εποχής. Το “Dark City” δεν προσπαθεί να σε διασκεδάσει με την παραδοσιακή έννοια, προσπαθεί να σε στοιχειώσει, να σε κάνει να αμφισβητήσεις την εγκυρότητα των δικών σου αναμνήσεων την επόμενη φορά που θα ξυπνήσεις από έναν βαθύ ύπνο.
Με την υπογραφή του Alex Proyas
Η ταινία του Alex Proyas είναι μια σπάνια στιγμή όπου η τεχνική δεξιοτεχνία συναντά ένα βαθύ φιλοσοφικό υπόβαθρο. Από την επιλογή των ηθοποιών μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια του σκηνικού, όλα υπηρετούν το όραμα ενός κόσμου που καταρρέει κάτω από το βάρος της ίδιας του της κατασκευής. Η σύγκρουση ανάμεσα στην ψυχρή λογική των Ξένων και την απρόβλεπτη φύση της ανθρώπινης καρδιάς δίνεται με έναν τρόπο που παραμένει επίκαιρος και καθηλωτικός.

Είναι ένα φιλμ που αξίζει να ανακαλύψει κανείς ξανά και ξανά, ειδικά στην έκδοση του σκηνοθέτη, η οποία αποκαθιστά την καλλιτεχνική ακεραιότητα ενός από τα σημαντικότερα έργα επιστημονικής φαντασίας που γυρίστηκαν ποτέ. Η πόλη μπορεί να είναι σκοτεινή, αλλά η δημιουργική φλόγα που την έχτισε παραμένει εκτυφλωτική, προσφέροντας ένα οπτικό καταφύγιο για όσους αναζητούν κάτι παραπάνω από το προφανές στη μεγάλη οθόνη.
