Αναφορικά με τους Death οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: εμείς που τους θεωρούμε την καλύτερη μπάντα όλων των εποχών και εσείς που τους θεωρείτε μία από τις καλύτερες. Ναι, οκ, προφανώς και υπερβάλλω, απλά ήθελα να τονίσω πώς τους αντιλαμβάνομαι. Τέλος πάντων, πάμε στο διά ταύτα, που δεν είναι άλλο από το “Spiritual Healing”, το άλμπουμ δηλαδή που στέκεται ανάμεσα στο aggressive “Leprosy” και την τεχνική – και όχι μόνο – τελειότητα του “Human”. Ανάμεσα σε αυτές τις συμπληγάδες, συχνά προσπερνάται, ωστόσο, χωρίς αυτό ίσως το όραμα του Chuck Schuldiner να ήταν διαφορετικό.
Η ψυχολογική φθορά του δωματίου
Για να καταλάβεις τι είναι το “Spiritual Healing”, πρέπει να καταλάβεις τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε. Δεν μιλάμε απλά για ένα session σε ένα στούντιο, αλλά για μια δοκιμασία υπομονής. Η μπάντα, μαζί με τον μάνατζερ Eric Greif, βρέθηκε εγκλωβισμένη σε ένα μοναδικό δωμάτιο μοτέλ για έξι ολόκληρες εβδομάδες κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων στη Φλόριντα. Φαντάσου τέσσερις τύπους με έντονες προσωπικότητες, κλεισμένους σε λίγα τετραγωνικά, με την πίεση της δημιουργίας να χτυπάει κόκκινο.
Αυτή η έλλειψη προσωπικού χώρου λειτούργησε ως επιταχυντής για την κρίση που θα ακολουθούσε. Ο Chuck Schuldiner, ο άνθρωπος που έφτιαξε την μπάντα και έγραφε κάθε νότα, ένιωθε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του όσον αφορά τη σχέση του με το rhythm section. Οι Bill Andrews και Terry Butler δεν ήταν πλέον στο ίδιο μήκος κύματος. Η ιστορία έγραψε ότι μετά την ολοκλήρωση του άλμπουμ, οι δυο τους πήραν το όνομα “Death” και περιόδευσαν στην Ευρώπη χωρίς τον Chuck.
Αν με ρωτάτε, το να προσπαθείς να τρέξεις τους Death χωρίς αυτόν ήταν σαν να προσπαθείς να πετάξεις αεροπλάνο χωρίς πιλότο. Ήταν μια κίνηση που ισοδυναμούσε με προδοσία. Ο Chuck, πληγωμένος αλλά αποφασισμένος, δήλωσε αργότερα: «Πίστευα ότι ήταν οι καλύτεροί μου φίλοι, αλλά έκανα λάθος. Οι μουσικοί είναι πάντα αντικαταστάσιμοι, οι φίλοι όχι». Αυτό το άλμπουμ ήταν το τέλος των Death ως “παρέα” και η αρχή των Death ως το απόλυτο όχημα ενός και μόνο ανθρώπου.
Η «σφαγή» των κλισέ
Μουσικά, ο Schuldiner αποφάσισε να ρισκάρει τα πάντα. Ενώ το 1990 το death metal βυθιζόταν στο splatter και τη στιχουργική υπερβολή των ζόμπι, ο Chuck κοίταξε την τηλεόραση και την κοινωνία. Στράφηκε σε θέματα όπως οι εκτρώσεις, ο θρησκευτικός φανατισμός και η κατάχρηση ναρκωτικών. Στο “Living Monstrosity”, για παράδειγμα, δεν έχουμε δαίμονες, αλλά τη σκληρή πραγματικότητα των ανθρώπων που εθίζονται στην κοκαΐνη.
Ήθελε να αποτινάξει την ταμπέλα του “Evil Chuck”. Όπως έλεγε σε συνεντεύξεις του εκείνη την περίοδο: «Είμαι ένας κανονικός άνθρωπος, όχι μια σκοτεινή περσόνα». Αυτή η μετατόπιση προς τον κοινωνικό ρεαλισμό ξένισε πολλούς οπαδούς τότε, αλλά σήμερα θεωρείται η στιγμή που το death metal απέκτησε εγκέφαλο.
Ο καταλύτης James Murphy
Η προσθήκη του James Murphy στην κιθάρα ήταν η κίνηση-ματ. Ο Murphy, που επιλέχθηκε σχεδόν τυχαία επειδή ο Chuck τον είδε να φοράει μια μπλούζα Agent Steel, έφερε μια μελωδική φινέτσα που η μπάντα δεν είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Η συνεργασία τους στα leads είναι ένα σεμινάριο τεχνικής. Αν ακούσεις προσεκτικά το “Low Life” ή το ομώνυμο “Spiritual Healing“, θα δεις ότι οι «σόλο αναμετρήσεις» τους είναι μια δομημένη αλληλεπίδραση που έβαλε τα θεμέλια για το μετέπειτα μελωδικό death metal.
Οι διαφοροποιήσεις του “Spiritual Healing"
Η ηχητική ταυτότητα του “Spiritual Healing” φέρει τη σφραγίδα των Morrisound Studios στην Tampa της Φλόριντα, τον “ναό” που γέννησε τον ήχο του death metal. Όμως, σε αντίθεση με τον βούρκο άλλων παραγωγών της εποχής, εδώ ο Scott Burns και ο Chuck επιδίωξαν κάτι πιο “διαυγές”. Ήθελαν η κάθε νότα από τα δαιδαλώδη σόλο του Murphy και του Schuldiner να ακούγεται πεντακάθαρα. Αυτή η ηχητική πειθαρχία ήταν σοκαριστική για το 1990. Το άλμπουμ είχε αυτή την “begrimed brawniness”- μια βρώμικη δύναμη που όμως δεν έπνιγε την τεχνική. Ήταν η πρώτη φορά που ο Chuck έδειχνε στον κόσμο ότι το ακραίο metal δεν χρειάζεται να είναι “θολό” για να είναι απειλητικό, η ακρίβεια είναι αυτή που το κάνει πραγματικά επικίνδυνο.
Δεν είναι μόνο η μουσική που άλλαξε, το “Spiritual Healing” ήταν και η τελευταία φορά που οι Death συνεργάστηκαν με τον θρυλικό Ed Repka. Το εξώφυλλο είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στην ιστορία του μέταλ, αλλά αν το προσέξεις, θα δεις ότι δεν έχει καμία σχέση με τα “τέρατα” του “Leprosy” ή του “Scream Bloody Gore”. Ο Repka αποτύπωσε την “πνευματική θεραπεία” των τηλε-ευαγγελιστών, την εκμετάλλευση του πόνου και την υποκρισία της οργανωμένης θρησκείας. Ήταν η τελευταία φορά που ο Chuck χρησιμοποίησε αυτό το στυλ τέχνης, πριν περάσει στα πιο αφαιρετικά και φιλοσοφικά εξώφυλλα της μετέπειτα εποχής. Είναι το οπτικό σύνορο: η τελευταία φορά που οι Death έμοιαζαν με μια κλασική death metal μπάντα, ενώ η μουσική τους είχε ήδη δραπετεύσει από τα δεσμά του είδους.
Η επόμενη μέρα
Το “Spiritual Healing” δεν είναι ένας «εύκολος» δίσκος. Είναι ο ήχος μιας μπάντας που διαλύεται και ενός ηγέτη που ανακαλύπτει τη δύναμή του. Ο Chuck επέμεινε: «Όσο εγώ γράφω τα τραγούδια, θα συνεχίζω με αυτό το όνομα». Και το έκανε. Καθάρισε το τοπίο, έφερε τους καλύτερους μουσικούς του πλανήτη και παρέδωσε το καλύτερο άμπουμ που άκουσε ποτέ ο πλανήτης, είπαμε, θα υπερβάλλω, το “Human”. Για εμάς τους die-hard fans, αυτό το άλμπουμ είναι το “διαμάντι” που συχνά μένει στη σκιά, αλλά αν το ακούσεις σήμερα, 35 χρόνια μετά, θα καταλάβεις ότι ο Chuck Schuldiner έγραφε ήδη το υπέρλαμπρο μουσικό του μέλλον.
