Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Η κυκλοφορία του τελευταίου άλμπουμ των θρυλικών Death κρύβει πίσω της ένα παρασκήνιο γεμάτο εντάσεις και δημιουργικές αναζητήσεις που καθόρισαν την πορεία του σκληρού ήχου. Μέσα από πιέσεις δισκογραφικών εταιρειών και ακυκλοφόρητα demos, ο Chuck Schuldiner κατάφερε να μετατρέψει τα εμπόδια σε ένα αριστούργημα που παντρεύει την τεχνική αρτιότητα με το γνήσιο ταλέντο.
- Η επιτυχημένη μίξη επιθετικών ρυθμών και μελωδικών περασμάτων που ανέτρεψε οριστικά τα δεδομένα της εποχής.
- Πώς η μετάβαση σε νέα δισκογραφική στέγη άλλαξε ριζικά τα αρχικά πλάνα του συγκροτήματος.
- Ο καθοριστικός ρόλος που έπαιξαν οι πρώιμες ηχογραφήσεις των Control Denied στη διαμόρφωση των νέων κομματιών.
Οι φιγούρες που ξεχωρίζουν στον χώρο του heavy metal είναι πάμπολλες. Πόσες από αυτές, όμως, κερδίζουν τον καθολικό σεβασμό των οπαδών όπως ο άλλοτε ηγέτης των Death, ο Chuck Schuldiner; Δύσκολος στις συνεργασίες του και ταυτόχρονα αμείλικτα δημιουργικός, δεν επαναπαύθηκε ποτέ. Ο πρόωρος θάνατός του στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα “what-ifs” της μουσικής. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που τον διέπεαν, έκαναν την μπάντα του να διαφέρει θεαματικά από όλους τους υπόλοιπους. Η απάντηση στην κληρονομιά του ίσως κρύβεται στο “The Sound Of Perseverance”.

Προτού εξετάσουμε το ίδιο το έργο, οφείλουμε να δούμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο γράφτηκε. Οι σχέσεις του Chuck Schuldiner με την τότε εταιρεία των Death, τη Roadrunner Records, βρίσκονταν σε οριακό σημείο. Η εταιρεία προσπαθούσε να επέμβει στο δημιουργικό κομμάτι, ενώ εκείνος επιθυμούσε να δώσει πνοή σε ένα νέο εγχείρημα. Αυτό ονομαζόταν Control Denied και ήταν η συνειδητή προσπάθειά του να παίξει πιο progressive μουσική, αναδεικνύοντας τις μελωδίες στις συνθέσεις του.
Αυτές οι τριβές έφεραν τον δημιουργό σε οριστική ρήξη με τη Roadrunner. Κάπου εκεί μπαίνει στο παιχνίδι η Nuclear Blast, που δεν χάνει την ευκαιρία να εντάξει το σχήμα στο δυναμικό της. Εδώ έχουμε περισσότερο φήμες παρά αποδεδειγμένα γεγονότα. Υπάρχει η εικασία ότι ο Chuck ήθελε να βάλει το βασικό του σχήμα στον πάγο. Ξεκίνησε έτσι τις συζητήσεις, ελπίζοντας να βρει στέγη για το “The Fragile Art Of Existence”, το οποίο ήταν ήδη έτοιμο. Η εταιρεία φημολογείται πως συμφώνησε, αλλά έθεσε ως σκληρό όρο την κυκλοφορία ενός νέου δίσκου των Death.
“The Sound Of Perseverance”: τι κρύβεται πίσω από τη δημιουργία του;
Λέγεται συχνά πως το νέο υλικό προέκυψε από ιδέες που κόπηκαν από το “The Fragile Art Of Existence”. Το σενάριο αυτό μοιάζει κάπως υπερβολικό, αφού ενώ οι δύο δίσκοι έχουν ομοιότητες, δεν παρουσιάζουν εμφανή ποιοτική διαφορά. Από την άλλη, είναι ασφαλές να πούμε ότι ακόμα και οι λιγότερο καλές εμπνεύσεις του Chuck είναι καλύτερες από τις κορυφαίες στιγμές πολλών άλλων μουσικών. Ανεξάρτητα από το τι ίσχυε πραγματικά, είναι σαφές ότι τα δύο άλμπουμ ακολουθούν την ίδια κατεύθυνση.
Η στενή συγγένεια των δύο έργων αποδεικνύεται περίτρανα και από το line-up. Πέρα από τον βασικό συνθέτη, έχουμε τον Shannon Hamm στην κιθάρα και τον Richard Christy στα τύμπανα. Η μοναδική διαφορά εντοπίζεται φαινομενικά στο μπάσο. Στο “The Sound Of Perseverance” παίζει ο Scott Clendenin, ενώ στους Control Denied βρίσκουμε τον Steve DiGiorgio. Ωστόσο, το εντυπωσιακό στοιχείο είναι πως στα demos των δύο άλμπουμ οι ρόλοι των μπασιστών είναι ακριβώς αντίστροφοι.
Λίγο καιρό νωρίτερα, η μπάντα είχε κυκλοφορήσει την κατά πολλούς κορυφαία της στιγμή, το “Symbolic”. Οι δύο δίσκοι διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, όχι σε ποιότητα, αλλά στην προσέγγιση. Το νέο βήμα είναι λιγότερο θηριώδες, αλλά πολύ περισσότερο τεχνικό και γεμάτο γυρίσματα. Επίσης, τα φωνητικά ακούγονται αρκετά διαφορετικά. Από το σαρωτικό άνοιγμα με το “Scavenger Of Human Sorrow” και το “Bite The Pain”, μέχρι τη διασκευή του “Painkiller”, βρίσκουμε παντού μικρές λεπτομέρειες που τον κάνουν αριστούργημα.
Πώς επηρέασαν τα demos το τελικό αποτέλεσμα του “The Sound Of Perseverance”;
Μέσα στη ροή, το άλμπουμ βγάζει στοιχεία που μέχρι τότε έμοιαζαν απαγορευτικά για το ύφος της μπάντας. Το ορχηστρικό “Voice Of The Soul”, για παράδειγμα, ξεχωρίζει ως ένα από τα ομορφότερα κομμάτια σε ολόκληρη τη δισκογραφία τους. Μια τελείως συναισθηματική σύνθεση, που έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με τις σκληρές στιγμές, αναδεικνύοντας την ικανότητα του δημιουργού να παντρεύει τη βιαιότητα με τη μελωδία. Φανταστείτε να ήταν αυτό το τελευταίο τραγούδι που θα είχε γράψει ποτέ. Πόσο όμορφη θα ήταν αυτή η ιστορία;
Για την προώθηση του δίσκου, το μοναδικό single που βγήκε μπροστά ήταν το “Spirit Crusher”. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει ένα ακυκλοφόρητο demo των Control Denied, στο οποίο εμπεριέχονται τα “A Moment Of Clarity”, “Bite The Pain” και “Spirit Crusher”. Πόσο ειρωνικό που μερικά από τα καλύτερα κομμάτια τους δεν προορίζονταν καν για αυτούς. Το “Spirit Crusher” κλέβει την παράσταση χάρη στην αξέχαστη φρενίτιδα που χτίζει πριν το ρεφρέν, αναδεικνύοντας πλήρως την κιθαριστική δεξιοτεχνία του Chuck.

Στη συνέχεια, το “Story To Tell” αγγίζει την ανθρώπινη εμπειρία με βαθύ συναίσθημα. Εκφράζει την ιδέα ότι ο καθένας μας έχει τη δική του διαδρομή να διηγηθεί, γεμάτη δοκιμασίες. Από την άλλη, το “Flesh And The Power It Holds” παρουσιάζει τη διττότητα της ύπαρξης, όπου η χαρά και ο πόνος συγκατοικούν στο ίδιο σώμα. Η μουσική κυμαίνεται μαεστρικά από έντονα, γρήγορα περάσματα έως πιο αργές, λυρικές στιγμές που προϊδεάζουν έξυπνα για το κενό που ακολουθεί.
Γιατί οι συνθέσεις του “The Sound Of Perseverance” είναι τόσο ξεχωριστές;
Όσο προχωράμε, το “To Forgive Is To Suffer” και το “A Moment Of Clarity” βάζουν στο μικροσκόπιο τις εντυπωσιακές κιθαριστικές ικανότητες ολόκληρης της μπάντας. Ταυτόχρονα, η επιδεξιότητα του Richard Christy στα ντραμς δίνει έναν ασταμάτητο ρυθμό. Το “A Moment Of Clarity” λάμπει χάρη στην πολυπλοκότητά του, χτίζοντας μια γερή κορύφωση. Τέλος, η διασκευή του “Painkiller” αποτελεί μια δυναμική εκτέλεση του κλασικού ύμνου των Judas Priest, κλείνοντας τον δίσκο με έναν τσαμπουκά που ταιριάζει στη συνολική του ταυτότητα.
Στο τέλος της ημέρας, το “The Sound Of Perseverance” είναι μια απόδειξη για το πώς μπορείς να γράψεις σκληρή μουσική γεμάτη συναίσθημα. Το άλμπουμ πιάνει τον Chuck Schuldiner στην πιο ώριμη φάση του, ελεύθερο να αγνοήσει τις όποιες ταμπέλες και να παίξει ακριβώς αυτό που του έβγαινε φυσικά. Ο θάνατός του το 2001 άφησε ένα τεράστιο κενό στη σκηνή, ωστόσο η μουσική του αρνείται πεισματικά να ξεχαστεί και εξακολουθεί να ακούγεται το ίδιο φρέσκια. Όταν βάζεις να παίξει σήμερα ο δίσκος, συνειδητοποιείς αμέσως τον λόγο που χιλιάδες οπαδοί τον μνημονεύουν με τόσο σεβασμό. Είναι ένα κλείσιμο αυλαίας που τιμά την ιστορία της μπάντας στο έπακρο και δείχνει τον δρόμο σε όσους θέλουν να φτιάξουν κάτι αληθινό.



