Είναι ειλικρινά περιττό να αναφερθούμε στον αντίκτυπο της πρώτης ταινίας στο σύγχρονο κινηματογραφικό σκηνικό. Στο πώς έκανε την αρχή και ανέδειξε την ποικιλομορφία που ενυπάρχει στο είδος των comic book based film adaptations. Είναι επίσης περιττό να αναφερθούμε στο πώς η ταινία δημιούργησε ένα νέο υποείδος και μια υποκουλτούρα που επηρέασε όχι μόνο μετέπειτα σκηνοθετικές απόπειρες (“Underworld”), αλλά και νεανίες σε όλη την υφήλιο κατά τη διάρκεια της γλυκά αφελούς αρχής του millennium, προτού βρεθούμε στο κατώφλι της κρίσης και πολύ πριν αντικρίσουμε πιθανούς τρίτους παγκόσμιους πολέμους, αναζωπύρωση ακροδεξιών και ναζιστικών κινημάτων και βιώσουμε πανδημία. Ναι, η ταινία του Stephen Norrington ήταν, δίχως ενοχές, ένα ανόθευτο προϊόν της εποχής της, προετοιμάζοντας ιδανικά το έδαφος για το “Blade 2”.

Η παρθενική έφοδος του Wesley Snipes ως Blade, ενός ηθοποιού αρκετά καταξιωμένου και αξιοσέβαστου που προσπαθούσε να εισχωρήσει στον χώρο του κινηματογράφου δράσης και να ηγηθεί ενός blockbuster, ήταν μια αδιαφιλονίκητα διασκεδαστική εμπειρία. Το sequel όμως, που έφτασε μόλις τρία χρόνια αργότερα με συγκριτικά μεγαλύτερο προϋπολογισμό και ισχυρότερη προώθηση, ήταν όλα όσα ήταν η πρώτη ταινία και παραπάνω. Και αυτό οφείλεται 100% σε έναν άνθρωπο. Έναν οραματιστή που ακόμη δεν είχε θεμελιωθεί ως ένας από τους σπουδαιότερους και πιο ενδιαφέροντες auteur του μοντέρνου κινηματογράφου.
Τα πρώτα βήματα ενός οραματιστή
Πολύ προτού μας τσακίσει συναισθηματικά με το στιβαρό μα και αφηγηματικά φαύλο “Nightmare Alley”, καταπιαστεί με ρομαντικές ιστορίες τρόμου και φαντασίας με τα “Shape of Water” και “Crimson Peak”, διδάξει το πώς γίνονται τα σωστά blockbuster με τα απολαυστικά “Hellboy” και το αριστουργηματικά απολαυστικό “Pacific Rim”, ο μελλοντικός σκηνοθέτης του απίστευτου “Pan’s Labyrinth” ήταν ένας… κανένας.
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ο δηλωμένος nerd, Guillermo Del Toro, ήταν ένας σκηνοθέτης που μόλις είχε ξεκινήσει να δημιουργεί ένα όνομα γύρω του. Οι πρώτες του δημιουργίες ήταν καθαρά art house προτάσεις με μόνο ίχνη της ρομαντικής μυθοπλασίας του φανταστικού που θα γινόταν σήμα κατατεθέν του.

Η πρώτη του mainstream δημιουργία ήταν το “Mimic”, ένα επιτυχημένο εισπρακτικά, μα και αρκετά κατακρεουργημένο καλλιτεχνικά, θρίλερ τρόμου. Το portfolio του όμως εντυπωσίασε τους παραγωγούς, με αποτέλεσμα να του δοθούν τα ηνία του εκκολαπτόμενου franchise. Ο Del Toro ήθελε να κάνει πρωτίστως ένα monster movie. Είχε κουραστεί από τις γλυκανάλατες και ρομαντικές απεικονίσεις των βρικολάκων στην έβδομη τέχνη, που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον του κοινού με βασανισμένους τραγικούς αντιήρωες. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να φτάσει μέχρι τα όρια.
Η τέλεια ισορροπία δράσης και τρόμου
Το “Blade 2” είναι υπερβολικό, ανά σημεία κακόγουστο, χοντροκομμένο, υπέρμετρα στυλιζαρισμένο και κιτς. Είναι επίσης αηδιαστικό, βίαιο αλλά και πανέμορφο. Ο Μεξικανός σκηνοθέτης πάτησε σε όσα δούλεψαν στην πρώτη ταινία ώστε να χτιστεί κάτι ακόμη πιο μεγάλο. Ήξερε ξεκάθαρα το τι περίμενε το κοινό. Γνώριζε τι αποτελεί κίνητρο για το κοινό για να δει τη συνέχεια της πρώτης ταινίας. Ήταν αποφασισμένος να ικανοποιήσει το κοινό του μα και συνάμα να το πιάσει απροετοίμαστο.
Το έργο βαδίζει σχεδόν άψογα μεταξύ τρόμου και χολιγουντιανής δράσης στα πρότυπα ενός έργου του Walter Hill. Ως ταινία δράσης χαρακτηρίζεται από σεκάνς μάχης που εντυπωσιάζουν με την αψεγάδιαστη χορογραφία, τη δυναμικά κινητική κινηματογράφηση και την ευρηματικότητα που εκπέμπει οποιοδήποτε καρέ όπου οι χαρακτήρες μονομαχούν μεταξύ τους. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτό που παρουσιάζει εδώ όσον αφορά τον τομέα της δράσης ο Del Toro, θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για πολλές ταινίες μετέπειτα. Ως ταινία τρόμου είναι εκπληκτικά αποτελεσματική με ανατριχιαστικά πρακτικά εφέ και σκηνές που κατορθώνουν να τρομάξουν έως το μεδούλι τον θεατή.

Όμως το σημαντικότερο είναι το πώς λειτουργεί ως ταινία με πρωταγωνιστή έναν σούπερ ήρωα. Γιατί εάν την τοποθετήσουμε στο πλαίσιο των μοντέρνων comic book blockbuster, τότε από κάθε άποψη έχουμε ένα καλλιτέχνημα που ξεπερνά τις προσδοκίες. Παρά τα ψεγάδια της, τόσο όσον αφορά τη φιλόδοξη μα ατελή αφήγηση όσο και την ελάχιστη ανάπτυξη χαρακτήρων, το γεγονός ότι δίχως απολογίες αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση λειτουργεί υπέρ της.
Το ασυμβίβαστο όραμα ενός δημιουργού
Δεν είχαμε δει κάτι παρόμοιο στο είδος μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή στην κινηματογραφική ιστορία και ούτε επρόκειτο να δούμε. Ο Del Toro χρησιμοποιεί ως μέσο το franchise αλλά και τον χαρακτήρα που αγαπήθηκε όσο λίγοι από τους θεατές, για να πράξει κάτι το ολότελα δικό του. Με τον ίδιο τρόπο που το “Hellboy” δεν είναι μια διασκευή των κόμικς του Mike Mignola αλλά κωμωδίες τρόμου με προεκτάσεις επικής τραγωδίας, το “Blade 2” είναι το ασυμβίβαστα πρωτότυπο όραμα ενός auteur.
Διαβάστε επίσης: Blade: The Series | Στη σκιά του μύθου του Wesley Snipes
Και είναι γλυκόπικρο να βλέπουμε την ταινία αυτή εν έτει 2026, γνωρίζοντας ότι πολλές ταινίες στο genre έχουν απολέσει τα όσα καθιστούν αυτή τόσο καλή για χάρη μιας επιτυχημένης μα και βιομηχανοποιημένης φόρμουλας. Είναι ξεκάθαρο ότι φωνές όπως του Guillermo Del Toro είναι αυτό που χρειάζεται ο blockbuster κινηματογράφος. Το “Logan” του James Mangold, η τριλογία του Σκοτεινού Ιππότη του Christopher Nolan, οφείλουν σε έναν μεγάλο βαθμό την επιτυχία τους στην τόλμη που επέδειξε ο ισπανόφωνος καλλιτέχνης με τη μεσαία ταινία αυτής της άνισης τριλογίας. Γιατί το “Blade 2” είναι στο σύνολό του, από την αρχή έως το τέλος, τέχνη. Και το κοινό πάντα θα θέλει την τέχνη.



