Ο Κάρλος Ρόα είχε κλειστεί σε μοναστήρι επειδή πίστευε ότι θα τελείωνε ο κόσμος- ή τουλάχιστον έτσι ακουγόταν τότε. Κάποιοι έλεγαν πως οι υπολογιστές θα κολλούσαν ιό και, με κάποιον τρόπο, θα ξεκινούσε η κυριαρχία του Skynet. Οι περισσότεροι, βέβαια, θεωρούσαν ότι δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα. Υπήρχαν όμως και λίγοι, πεφωτισμένοι -για να μείνω στο κλίμα- που περίμεναν πώς και πώς την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου των Haggard, “Awaking the Centuries”, τον Φεβρουάριο του 2000. Σε μια περίοδο που το ορχηστρικό metal ακόμη έψαχνε τα πατήματά του, ο δίσκος εμφανίστηκε με φιλοδοξία που ξεπερνούσε κατά πολύ τον απλό πειραματισμό με το είδος.
Τότε οι Haggard είχαν ήδη αφήσει πίσω τους τις πρώιμες death metal ρίζες τους. Ο ιδρυτής τους, Asis Nasseri, είχε αποφασίσει στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 ότι τα πλήκτρα που μιμούνταν έγχορδα δεν αρκούσαν. Αν η μουσική επρόκειτο να στηριχθεί σε κλασικές φόρμες, τότε όφειλε να χρησιμοποιήσει πραγματικά όργανα και «κανονικούς» μουσικούς.
Η επιλογή αυτή αναμόρφωσε το συγκρότημα σε έναν ευέλικτο πυρήνα με διευρυμένο κύκλο μουσικών, που κατά περιόδους έφτανε σε μέγεθος ορχήστρας δωματίου. Η χρηματοδότηση προβών, στούντιο και αργότερα περιοδειών για τόσους πολλούς ανθρώπους ήταν ένα ρίσκο που ελάχιστα metal σχήματα θα τολμούσαν. Το “Awaking the Centuries” λειτουργεί ως μια καθαρή αποτύπωση αυτού του ρίσκου πριν ακόμα καρποφορήσει.
Το ιστορικό πλαίσιο του άλμπουμ περιστρέφεται γύρω από τον Michel de Nostredame, γνωστό ως Nostradamus (Νοστράδαμο για εμάς), χωρίς όμως να ακολουθεί μια κλασική βιογραφική αφήγηση. Αντί για μια χρονολογική καταγραφή της ζωής του, το άλμπουμ τον τοποθετεί μέσα στο χάος μιας Ευρώπης που πλήττεται από την πανούκλα και χρησιμοποιεί αυτό το περιβάλλον ως αφετηρία για τα οράματά του για το μέλλον.
Ο «Μαύρος Θάνατος» αποτελεί τον βασικό άξονα της αφήγησης, επηρεάζοντας τη διάθεση και τη δομή του άλμπουμ και εξηγώντας γιατί ο φόβος, η εξουσία και η θνητότητα κυριαρχούν στον τόνο του. Σύντομα προφορικά αποσπάσματα και ορχηστρικά μέρη εμφανίζονται σαν αποσπασματικές εικόνες της εποχής και όχι σαν επεξήγηση, αφήνοντας τον ακροατή να συνθέσει μόνος του το νόημα.
Αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία για τους Haggard από την αφηγηματική καθαρότητα ήταν η ατμόσφαιρα. Το “Awaking the Centuries” χτίστηκε πάνω στις αντιθέσεις: μαζικές χορωδίες δίπλα σε λιτά έγχορδα, επιθετικά φωνητικά απέναντι σε μπαρόκ μελωδίες, βαριά riffs που εμφανίζονται για λίγο πριν παραχωρήσουν τη θέση τους σε ξύλινα πνευστά ή πιάνο. Το ομώνυμο κομμάτι αναφέρεται συχνά γιατί δείχνει αυτή την ισορροπία με τον πιο καθαρό τρόπο, περνώντας από το ένα ύφος στο άλλο χωρίς να γίνεται υπερβολικό. Άλλα κομμάτια, όπως το “In a Fullmoon Procession”, δείχνουν πόσο μακριά ήταν διατεθειμένη να φτάσει η μπάντα προς την αντίθετη κατεύθυνση, αφήνοντας το metal σχεδόν να εξαφανιστεί όταν δεν εξυπηρετούσε τη συνολική ιδέα.
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα στοιχεία του άλμπουμ είναι ότι βασίζεται περισσότερο στην προσαρμογή παρά στη μίμηση. Αρκετά χορωδιακά θέματα αντλούνται από κλασικά έργα, όμως χρησιμοποιούνται ως δομικά υλικά και όχι ως απλές αναφορές. Αυτό συνδέεται άμεσα με τον στόχο του Nasseri να αντιμετωπίζει την κλασική μουσική ως ισότιμο μέρος της σύνθεσης και όχι ως συμπλήρωμα. Η ίδια λογική εξηγεί γιατί το “Awaking the Centuries” ακούγεται μεταβατικό. Κάποια κομμάτια γέρνουν ξεκάθαρα προς την ορχηστρική γραφή, άλλα προς το metal, και οι ενώσεις μεταξύ τους δεν είναι πάντα «αόρατες». Στις επόμενες κυκλοφορίες αυτές οι εντάσεις θα εξομαλυνθούν, εδώ όμως αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του δίσκου.
Εμπορικά, το άλμπουμ είχε μέτρια πορεία, με μια σύντομη παρουσία στα γερμανικά charts, όμως η μακροχρόνια επίδρασή του ξεπέρασε κατά πολύ τα νούμερα. Συνέβαλε στο να καθιερωθούν οι Haggard ως live σχήμα ικανό να αποδώσει στη σκηνή πολύπλοκα arrangements, κάτι που ενίσχυσε τη φήμη τους σε όλη την Ευρώπη. Πάνω απ’ όλα, απέδειξε ότι η μεγάλης κλίμακας σύμπραξη metal και κλασικής μουσικής μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς να βασίζεται τεχνάσματα του στούντιο.
Το “Awaking the Centuries” είναι ουσιαστικά η πρώτη ένδειξη ότι οι Haggard έχτιζαν την υποδομή για ιδέες που ακόμη δεν είχαν πάρει την τελική τους μορφή. Η επίδρασή του φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο ο ήχος τους εξελίχθηκε αργότερα και έφτασε μέχρι το αξεπέραστο “Eppur si muove”, όμως η ουσία του άλμπουμ βρίσκεται αλλού: στην άρνησή του να συμβιβαστεί. Αντί να αφήσουν την αποτελεσματικότητα να καθορίσει δημιουργικές τους επιλογές, το συγκρότημα επέλεξε τη φιλοδοξία, την ιστορία και το ρίσκο, αποδεχόμενο τις συνέπειες. Και τελικά, αυτό ήταν που τους έβαλες μία και για πάντα στην ιστορία του ακραίου ήχου.
