Εκείνο το τηλεφώνημα κράτησε ελάχιστα. Όπως μάθαμε αργότερα, ήταν απλώς το απότομο τέλος μιας σχέσης. Αυτή η συνηθισμένη στιγμή απόρριψης έφερε τα πάνω κάτω για τον Nick Cave, οδηγώντας τελικά στο “The Boatman‘s Call“. Μέχρι τότε, ο Αυστραλός τραγουδιστής είχε χτίσει τον μύθο του σκοτεινού παραμυθά. Έγραφε ιστορίες γεμάτες αίμα και έφτιαχνε χαρακτήρες που ζούσαν σε φανταστικούς κόσμους. Η ξαφνική στροφή του στην απόλυτη αυτοβιογραφία έπιασε τη μουσική βιομηχανία εντελώς απροετοίμαστη.
Η ξαφνική στροφή στην αυτοβιογραφία
Για να καταλάβουμε τον πάταγο που έκανε αυτή η κυκλοφορία, αρκεί να κοιτάξουμε τι είχε προηγηθεί. Λίγους μήνες νωρίτερα, το συγκρότημα είχε σαρώσει εμπορικά με το “Murder Ballads“, μια συλλογή από μακάβριες ιστορίες. Είχαν βγάλει μάλιστα και ένα τεράστιο ραδιοφωνικό χιτ συνεργαζόμενοι με pop ονόματα.

Ο μουσικός τύπος τον είχε ήδη στέψει βασιλιά του σκοταδιού. Ο τραγουδοποιός όμως αποφάσισε να γκρεμίσει αυτή την πετυχημένη συνταγή για το επόμενο βήμα του. Ανάγκασε την μπάντα του να αφήσει στην άκρη τις εντάσεις και τον θόρυβο και ζήτησε από όλους να συγκρατηθούν.
Το ηχητικό τείχος που έγινε ψίθυρος
Οι ισορροπίες μέσα στο συγκρότημα άλλαξαν ριζικά όταν μπήκαν στα Sarm West Studios στο Λονδίνο. Οι μουσικοί είχαν συνηθίσει να σηκώνουν ένα ηχητικό τείχος που ταίριαζε με το χάος του frontman τους. Βγάζοντας την παραμόρφωση και τον όγκο από την εξίσωση, βρέθηκαν εντελώς εκτεθειμένοι. Ο κιθαρίστας Mick Harvey παραδέχτηκε αργότερα πως το υλικό ήταν τόσο προσωπικό που ίσως ταίριαζε καλύτερα σε έναν σόλο δίσκο.
Το rhythm section σχεδόν εξαφανίστηκε από τα τραγούδια, δίνοντας τη θέση του σε ένα ανεπαίσθητο χτύπημα της μπότας ή σε δυο νότες από τα έγχορδα. Αυτό το άδειασμα του ήχου άφησε το πιάνο και τη φωνή να πάρουν τον απόλυτο έλεγχο. Σε εκείνη τη φάση, ο Warren Ellis άρχισε να βγαίνει μπροστά ως ο βασικός αρχιτέκτονας, φτιάχνοντας λεπτές ενορχηστρώσεις που κράτησαν όρθια την ησυχία.
Στίχοι γραμμένοι πάνω στα συντρίμμια
Ολόκληρο το άλμπουμ γράφτηκε πάνω στα συντρίμμια της σχέσης του με την PJ Harvey. Οι στίχοι άφησαν στην άκρη τα φανταστικά πρόσωπα και γέμισαν με εξομολογήσεις. Ο ακροατής μπήκε ξαφνικά μέσα στο μυαλό του δημιουργού. Κομμάτια όπως τα “West Country Girl” και “Black Hair” μιλάνε κατευθείαν στην πρώην σύντροφό του. Περιγράφουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες του προσώπου της και ακολουθούν τις διαδρομές της.

Οι λέξεις μετράνε ακριβώς το μέγεθος της απώλειας. Παράλληλα, ο δημιουργός προσπαθούσε να καθαρίσει από τις καταχρήσεις και περνούσε τη ζόρικη φάση της αποτοξίνωσης. Όλη αυτή η σωματική εξάντληση πέρασε στις ηχογραφήσεις και έδωσε μια ακόμα πιο βαριά αίσθηση στην ερωτική απογοήτευση.
Η Βίβλος ως ποιητικό εργαλείο
Η θρησκεία παίζει επίσης κεντρικό ρόλο στο πώς στήθηκαν τα κομμάτια. Ο Nick Cave χρησιμοποιεί εικόνες από τη Βίβλο για να βρει ένα νόημα στη μοναξιά του. Από το πρώτο κιόλας λεπτό, ξεκαθαρίζει πως δεν πιστεύει σε κανέναν καλό Θεό που επεμβαίνει για να μας σώσει. Αυτή η στάση αφήνει τους ανθρώπους εντελώς μόνους να σηκώσουν το βάρος του πόνου τους.
Στο “Into My Arms“, η προσευχή απευθύνεται αποκλειστικά σε γήινες δυνάμεις, δείχνοντας πόσο απροστάτευτος είναι ο άνθρωπος σε ένα σύμπαν που αδιαφορεί για αυτόν. Το θείο μπαίνει στην εξίσωση καθαρά ως ένα ποιητικό εργαλείο για να μετρηθεί ο πόνος και η νοσταλγία.
Η τριβή ανάμεσα στη μελωδία και τον κυνισμό
Αυτό που ξεχωρίζει τον τρόπο που έγραψε αυτά τα τραγούδια είναι οι έντονες συναισθηματικές εναλλαγές. Έβαλε επίτηδες ετερόκλητες ιδέες τη μία δίπλα στην άλλη για να δημιουργήσει τριβή. Οι πανέμορφες μελωδίες σκάνε πάνω σε κυνικές ατάκες για την ανθρώπινη φύση. Ένα κομμάτι όπως το “People Ain‘t No Good” παντρεύει μια θλιμμένη μελωδία στο πιάνο με την απόλυτη απαξίωση της ανθρώπινης καλοσύνης.
Αυτό το κόλπο κρατάει τον δίσκο μακριά από το φτηνό μελόδραμα. Η σκληρή πραγματικότητα προσγειώνει τον ρομαντισμό σε δευτερόλεπτα. Κρατάει τον ακροατή στην τσίτα και αρνείται να του δώσει το κλασικό, εύκολο χάπι της παρηγοριάς.
Η ντροπή για την εμπορευματοποίηση του πόνου
Οι κριτικές ήταν αποθεωτικές από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας. Οι δημοσιογράφοι ύμνησαν την ειλικρίνεια και τις άδειες ενορχηστρώσεις. Ο μουσικός τύπος έσπευσε να χτίσει έναν ολοκαίνουργιο μύθο γύρω από το όνομά του. Ο κόσμος ξέχασε τον σκοτεινό πρίγκιπα και αγκάλιασε έναν πληγωμένο, σοφό ποιητή που μοιραζόταν τα τραύματά του.
Όλη αυτή η αποδοχή, όμως, έφερε μια τεράστια αναγούλα στον ίδιο. Αργότερα παραδέχτηκε πως ένιωθε τρομερή ντροπή για αυτόν τον δίσκο. Θεωρούσε πως πήρε έναν εντελώς συνηθισμένο χωρισμό και τον μετέτρεψε σε μια αρχαία τραγωδία για να την καταναλώσει το κοινό. Το γεγονός ότι έβγαλε λεφτά από τον άμεσο πόνο του, τον έκανε να νιώθει εντελώς άβολα.
Η παγίδα της εξομολογητικής γραφής
«Η εξομολογητική γραφή είναι αδιέξοδο», δήλωσε μερικά χρόνια αργότερα, κατακρίνοντας την τάση να κάνουμε τεράστιο θέμα τον μικρόκοσμό μας. Είδε τον δίσκο ως ένα αναγκαίο κακό, ως κάτι που τον βοήθησε να ξεπεράσει την απογοήτευση. Του έμαθε επίσης πόσο επικίνδυνο είναι να τα βγάζεις όλα στη φόρα.

Η ευαλωτότητα των κομματιών ήταν πέρα για πέρα αληθινή, λειτούργησε ταυτόχρονα και ως μια μεγάλη παγίδα. Όταν το κοινό συνηθίσει να τρέφεται με το ανοιχτό τραύμα ενός καλλιτέχνη, ζητάει συνέχεια κι άλλο. Ο Nick Cave κατάλαβε νωρίς αυτή την αρρωστημένη κατάσταση. Απέφυγε με νύχια και με δόντια να βγάλει ξανά έναν τόσο εξομολογητικό δίσκο και φρόντισε να κρατήσει την προσωπική του ζωή μακριά από τις επόμενες δουλειές του.
Το μουσικό λεξιλόγιο για το μέλλον
Παρά τα ανάμικτα συναισθήματά του για αυτό το έργο, η επιρροή του στην καριέρα του παραμένει τεράστια. Ο ήχος που χτίστηκε το 1997 έγινε η βάση για όλα όσα έκανε δεκαετίες αργότερα. Η εμμονή με το πιάνο, ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Warren Ellis και η εσωστρέφεια ξεκίνησαν από εκείνες ακριβώς τις ηχογραφήσεις. Όταν μια αδιανόητη οικογενειακή τραγωδία τού χτύπησε την πόρτα, πάτησε ακριβώς σε αυτό το μουσικό λεξιλόγιο για να αντέξει το πένθος του. Το καλούπι που φτιάχτηκε μέσα από μια ερωτική απογοήτευση αποδείχτηκε αρκετά γερό για να σηκώσει μια απόλυτη υπαρξιακή καταστροφή.
Η απομυθοποίηση ενός σκοτεινού ειδώλου
Αυτές οι ηχογραφήσεις άλλαξαν και τον ίδιον και όλο το εναλλακτικό ροκ στα τέλη των ‘90s. Σε μια εποχή που όλοι έπαιζαν με την ειρωνεία και τις δυνατές κιθάρες, το “The Boatman’s Call” απέδειξε πως και η ειλικρίνεια μπορεί να εξίσου, αν όχι μεγαλύτερη, δύναμη. Έδειξαν την αξία του να αφαιρείς πράγματα από τη μουσική αντί να προσθέτεις. Η απόφαση να πετάξουν τα εφέ ήθελε τεράστια αυτοπεποίθηση από όλο το συγκρότημα. Πόνταραν τα πάντα στο ανθρώπινο συναίσθημα και κέρδισαν. Έδειξαν πως ένας ψίθυρος μπορεί να ακουστεί το ίδιο δυνατά με μια κραυγή.

Τελικά, το μεγαλύτερο κέρδος αυτής της φάσης ήταν η απομυθοποίηση ενός ειδώλου. Ρίχνοντας τα σκηνικά και πετώντας τα σενάρια, ο Nick Cave έβαλε το κοινό να κοιτάξει έναν κανονικό, ευάλωτο άνθρωπο. Αρκετοί ακόμα συζητάνε αν ήταν μια αληθινή κατάθεση ψυχής ή απλά ένας ακόμα πανέξυπνος ρόλος. Ελάχιστη σημασία έχει.
Ο Αυστραλός κατάφερε να μετατρέψει μια προσωπική ήττα σε ένα διαχρονικό έργο. Έχτισε ένα καταφύγιο από ησυχία και θλίψη που φιλοξενεί ακόμα και σήμερα όσους περνάνε τα δικά τους ζόρια. Η απόφασή του να κατεβάσει τους διακόπτες τού εξασφάλισε μια μόνιμη θέση σε μια βιομηχανία που συνήθως ξερνάει τους παλιούς της ήρωες.
