Μπορεί να προσπαθείτε να το ξεχάσετε, όμως έχουν υπάρξει περίοδοι που οι RHCP έμειναν χωρίς τον κιθαρίστα τους, John Frusciante. Οι αποχωρήσεις του από την μπάντα, το 1992 και το 2009, έριξαν αισθητά τη δημιουργικότητα του γκρουπ μέχρι την οριστική επιστροφή του. Αποδείχθηκε περίτρανα το πόσο απαραίτητος είναι για να μπορέσουν οι RHCP να αγγίξουν το ταβάνι τους.
Η ιστορία του Frusciante με τους Red Hot Chili Peppers μοιάζει με ένα παιδικό όνειρο, αφού ο κιθαρίστας μεγάλωσε λατρεύοντας την μπάντα. Με αφορμή τα γενέθλιά του στις 5 Μαρτίου, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στο πώς ξεκίνησαν όλα.
Η πρώτη επαφή με το συγκρότημα και η σκιά του Hillel Slovak
Γεννημένος το 1970, ο Frusciante είναι το νεότερο μέλος των RHCP με σημαντική διαφορά από τον δεύτερο. Όταν το σχήμα έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα, ο Αμερικανός ήταν μόλις 13 ετών. Πριν φτάσουν στα τωρινά επίπεδα φήμης και έχοντας κυκλοφορήσει μόνο το ομώνυμο άλμπουμ τους “The Red Hot Chili Peppers” το 1984, είχαν ήδη καταφέρει να δημιουργήσουν ένα μικρό και πολύ πιστό κοινό. Ανάμεσα στους οπαδούς τους ήταν και ο νεαρός τότε Frusciante.

Όταν άρχισε να ακούει τη μουσική τους, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι σε μερικά χρόνια θα βρισκόταν στη θέση του κιθαρίστα. Το κενό που θα καλούταν να συμπληρώσει έμοιαζε με κατάρα για την μπάντα. Ο πρώτος που ανέλαβε αυτόν τον ρόλο ήταν ο Hillel Slovak, ο οποίος απουσίαζε από το ντεμπούτο άλμπουμ τους. Έβλεπε τους RHCP ως δευτερεύον project και η προσοχή του ήταν στραμμένη στο άλλο του συγκρότημα, τους What Is This?.
Ο Jack Sherman έπαιξε στον δίσκο, χωρίς ποτέ να ταιριάξει με το υπόλοιπο συγκρότημα. Λίγο αργότερα, ο Slovak μετάνιωσε για την απόφασή του και ζήτησε από τον Flea να επιστρέψει. Ο Flea αποδέχθηκε την πρόταση με μεγάλη χαρά. Τα προβλήματα εθισμού του κιθαρίστα όμως είχαν επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που άφησε την τελευταία του πνοή το 1988 στο διαμέρισμά του.
Η καθοριστική επιρροή του δασκάλου του
Η κατάσταση αυτή βύθισε το συγκρότημα στο πένθος και ταυτόχρονα άνοιξε την πόρτα για την άφιξη του Frusciante. Σε ένα επεισόδιο του podcast του Rick Rubin, ο ίδιος μίλησε για την πορεία του. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που άκουσε τη μουσική τους. «Η πρώτη φορά που θυμάμαι να ακούω το όνομα του συγκροτήματος ήταν επειδή είχα έναν δάσκαλο κιθάρας, τον Mark Nine», εξήγησε. «Ήταν ο μόνος δάσκαλος κιθάρας που με ενθουσίασε ποτέ και ένιωσα ότι πήρα καλά πράγματα από αυτόν.
Την εποχή που άρχισα να παίζω κιθάρα, μου άρεσε το punk και κάθε δάσκαλος που άκουγα, άρχιζε αμέσως να το προσβάλλει. Τους έλεγα ότι ήταν η αγαπημένη μου μουσική και μου απαντούσαν πως δεν ήταν καν μουσική».
Ο Mark έβλεπε τα πράγματα διαφορετικά και είχε παίξει στο παρελθόν με τον Pat Smear. Αυτό έκανε τον Frusciante να αντιμετωπίσει τον δάσκαλό του ως ήρωα. Εκείνος του πρότεινε συνεχώς νέες μπάντες και ίσως χωρίς τον Nine να μην είχε αγαπήσει ποτέ τους RHCP. Ο Frusciante συνέχισε προσθέτοντας: «Κάποια στιγμή, ήρθε και μου είπε ότι υπήρχε ένα συγκρότημα που λεγόταν Red Hot Chili Peppers, για το οποίο έκανε οντισιόν και ήλπιζε να τον πάρουν. Επειδή έπαιζε και κιθάρα και μπάσο, μου κόλλησε στο μυαλό ότι έκανε οντισιόν για μπάσο. Περίπου ένα χρόνο αργότερα, είδα το βίντεο για το “True Men Don’t Kill Coyotes” στο MTV και είπα πως κανείς δε θα μπορούσε να αντικαταστήσει αυτόν τον τύπο, τελικά όμως η οντισιόν ήταν για κιθάρα».
Η ένταξη στους RHCP και η παγκόσμια καταξίωση
Ο δάσκαλός του τελικά έχασε την ευκαιρία να μπει στο συγκρότημα. Όταν όμως ο Slovak έφυγε από τη ζωή, οι RHCP αναζητούσαν απεγνωσμένα έναν κιθαρίστα που να νιώθει τον ήχο τους. Ο Frusciante ήξερε ήδη όλα τα μέρη της κιθάρας από τα τραγούδια τους και σύντομα βρέθηκε να τζαμάρει με τον Flea. Ο μπασίστας εντυπωσιάστηκε αμέσως από το ταλέντο και το πάθος του 18χρονου τότε μουσικού. Χωρίς δεύτερη σκέψη πρότεινε την ένταξή του στο γκρουπ και ο Anthony Kiedis συμφώνησε απόλυτα με αυτή την επιλογή.

Η ένταξή του στο συγκρότημα στα τέλη των 80s άλλαξε τα πάντα στην ιστορία της rock μουσικής. Με την καθοριστική του συμβολή δημιουργήθηκαν δίσκοι σταθμοί όπως το “Blood Sugar Sex Magik” το 1991, που τους εκτόξευσε στην κορυφή. Η τεράστια επιτυχία σε συνδυασμό με τις δικές του μάχες με τον εθισμό τον οδήγησαν στην πρώτη του αποχώρηση. Επέστρεψε θριαμβευτικά στα τέλη της δεκαετίας του ’90 για να γράψουν το “Californication“, ξεκινώντας τη χρυσή εποχή τους που συνεχίστηκε με τα “By the Way” και “Stadium Arcadium“.
Ο σεβασμός από τα ιερά τέρατα της κιθάρας
Η επιρροή του Frusciante επεκτείνεται πολύ πέρα από τους οπαδούς των RHCP, καθώς χαίρει τεράστιου σεβασμού τόσο από ιερά τέρατα της κιθάρας όσο και από κορυφαίους σύγχρονους μουσικούς. Ο θρυλικός Johnny Marr των The Smiths, με τον οποίο μάλιστα συνεργάστηκε στο σόλο άλμπουμ του “The Empyrean“, έχει σταθεί στον μοναδικό τρόπο που προσεγγίζει τη μουσική. «Έχει την ικανότητα να βάζει τα πάντα μέσα σε ένα χωνί και να τα βγάζει μέσα από το δικό του μυαλό φτιάχνοντας κάτι εντελώς μοναδικό», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά.
Την ίδια στιγμή, απόλυτοι βιρτουόζοι όπως ο Steve Vai υποκλίνονται στο παίξιμό του. Σε συνέντευξή του στο Guitar World, ο Vai είχε αναφέρει: «Ο John ήταν ανέκαθεν ο πολυτιμότερος παίκτης (MVP) σε όποια μπάντα κι αν έπαιξε». Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο John Mayer, με τον οποίο μοιράστηκε το 2007 το εξώφυλλο του περιοδικού Rolling Stone ως ένας από τους νέους θεούς της κιθάρας. Ο Mayer έχει παραδεχτεί για τον τρόπο που προσεγγίζει το όργανο: «Παίζει με αγνό συναίσθημα και αυτό είναι κάτι που δύσκολα το συναντάς πια στη σύγχρονη μουσική».

Αντίστοιχα λόγια θαυμασμού έχει εκφράσει και ο Omar Rodríguez-López των Mars Volta επισημαίνοντας: «Ο John ζει και αναπνέει για τη μουσική, με την αφοσίωσή του να είναι απόλυτη και εντελώς μεταδοτική στους γύρω του». Όλοι τους αναγνωρίζουν πως κάθε νότα που βγάζει είναι γεμάτη από ατόφιο συναίσθημα, αφήνοντας στην άκρη την ψυχρή τεχνική. Αυτό που κάνει τον Frusciante να ξεχωρίζει είναι η ικανότητά του να γράφει μελωδίες που μένουν χαραγμένες στο μυαλό, κάνοντας κάθε σόλο του να μοιάζει με μια ξεχωριστή ιστορία.
Η σόλο πορεία και οι μουσικοί πειραματισμοί
Πέρα από την τεράστια πορεία του με τους RHCP, ο Frusciante έχτισε έναν εντελώς δικό του, μοναδικό σόλο κόσμο. Πειραματίστηκε με την ηλεκτρονική μουσική, την avant-garde και τον ακουστικό ήχο, αποδεικνύοντας ότι το μουσικό του όραμα δεν έχει όρια. Σήμερα, έχοντας επιστρέψει ξανά στο σπίτι του, συνεχίζει να μαγεύει με τον χαρακτηριστικό του ήχο, υπενθυμίζοντας σε όλους γιατί θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους κιθαρίστες της γενιάς του.
