Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Το "Louder Than Love" αποτυπώνει την ακατέργαστη, βρώμικη ενέργεια του Seattle, λίγο πριν η έκρηξη του grunge αλλάξει τον κόσμο για πάντα.
- Έβαλε την underground σκηνή του Seattle στα charts, ανοίγοντας τον δρόμο για τα 90s.
- Μια επιθετικά αντιεμπορική ηχογράφηση που μαγνήτισε τεράστιους μουσικούς, διατηρώντας ακέραιη τη δύναμή της.
- Ο Chris Cornell πήρε τα ηνία, ενώ τα βαριά riff του Kim Thayil καθήλωσαν.
Το 1989, οι Soundgarden έβγαλαν το “Louder Than Love”, σε μια εποχή που κανείς δεν ήξερε ακόμα τι σημαίνει “grunge” και το Seattle δεν υπήρχε στον χάρτη της μουσικής βιομηχανίας. Ούτε το όνομα του Chris Cornell είχε γίνει μύθος. Ήταν το δεύτερο άλμπουμ τους και το πρώτο με μεγάλη δισκογραφική. Δεν φτιάχτηκε για να αρέσει στους πολλούς. Ο ήχος του ήταν βαρύς, το ύφος του αμήχανο και συχνά επιθετικά αντιεμπορικό. Δεν έδωσε στο κοινό αυτό που ήθελε. Στρίμωξε όσους νόμιζαν πως ήξεραν τι να περιμένουν από τη μπάντα.
Η ζωή πριν το grunge
Μέχρι τότε, οι Soundgarden τάιζαν την έμπνευσή τους με κόντρες. Δανείζονταν στοιχεία από το metal, αφήνοντας στην άκρη τη θεατρικότητά του. Είχαν πάρει την ωμότητα του punk, κρατώντας αποστάσεις από τον μινιμαλισμό του. Στο “Louder Than Love”, αυτές οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν σε έναν δίσκο που πατάει στη «βρωμιά» της underground σκηνής και στα φώτα της rock. Τραγούδια όπως τα “Hands All Over” και “Gun” δείχνουν μια μπάντα που παίζει με τον ήχο και τη δομή, κρατώντας γερά το τιμόνι. Το άλμπουμ δεν χωρούσε σε ταμπέλες και δεν προσφερόταν για χαλαρή ακρόαση. Έμενε καρφωμένο στο μυαλό, γεγονός που δεν είχε να κάνει μόνο με τη μουσική.
Οι εσωτερικές εντάσεις και τα ηνία στον Chris Cornell
Ο δίσκος γράφτηκε μέσα σε μεγάλη πίεση, τόσο εντός όσο και εκτός μπάντας. Ο μπασίστας Hiro Yamamoto, ιδρυτικό μέλος των Soundgarden, είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται την ώρα των ηχογραφήσεων. Η συμμετοχή του στο γράψιμο των κομματιών έπεσε αισθητά. Η φυγή του μετά την κυκλοφορία άλλαξε τον τρόπο που δούλευε το συγκρότημα. Αυτή ήταν ίσως η αρχή του τέλους για την εποχή που η μπάντα λειτουργούσε ισότιμα. Από εκεί και μετά, ο Cornell πήρε τα ηνία και καθόρισε την καλλιτεχνική πορεία του σχήματος.

Από το “Louder Than Love” ο Chris Cornell άρχισε να τραβάει το συγκρότημα προς τη μεριά του. Ο ρόλος των υπολοίπων έμεινε εξίσου κομβικός. Η κιθάρα του Kim Thayil κυριαρχεί με βαριά, επαναλαμβανόμενα μοτίβα που σε υπνωτίζουν. Ολόκληρα κομμάτια χτίζονται πάνω σε riff που επιμένουν και δημιουργούν τεράστια ένταση. Στο “Ugly Truth”, για παράδειγμα, οι κιθάρες ακούγονται σκόπιμα διαπεραστικές, σαν να απαιτούν την προσοχή σου. Παράλληλα, τα τύμπανα του Matt Cameron μπερδεύουν τη ροή με περίεργους ρυθμούς και ξαφνικές αλλαγές, δίνοντας βάθος. Πολλά συμβαίνουν σε αυτόν τον δίσκο. Τίποτα δεν είναι τυπικό ή αναμενόμενο.
Το βήμα στα charts και οι κατηγορίες για «ξεπούλημα»
Το άλμπουμ δεν φτιάχτηκε για να σπάσει ταμεία. Τελικά άνοιξε τον δρόμο για τους Soundgarden πολύ περισσότερο από όσο νομίζουμε. Έφτασε μόλις στο νούμερο 108 του Billboard 200. Η κυκλοφορία του έβαλε για πρώτη φορά μια μπάντα από το underground του Seattle στα εθνικά charts. Αυτό το βήμα έδωσε στους Soundgarden τεράστιο προβάδισμα απέναντι στις άλλες μπάντες της πόλης τους. Έγιναν οι πρώτοι που υπέγραψαν με μεγάλη εταιρεία, πολύ πριν γίνουν γνωστοί οι Nirvana και οι Pearl Jam.
Η επιλογή τους να κλείσουν συμφωνία με την A&M Records δεν άρεσε καθόλου στην ανεξάρτητη σκηνή. Εκεί όπου η αυθεντικότητα μετρούσε περισσότερο από τη δόξα, πολλοί είδαν αυτή την κίνηση σαν καθαρό ξεπούλημα. Το “Louder Than Love” απέδειξε περίτρανα πως οι Soundgarden δεν νερόβρασαν τον ήχο τους για να χωρέσουν στα καλούπια της βιομηχανίας. Στην πραγματικότητα έγιναν πιο απρόβλεπτοι. Το “Big Dumb Sex”, για παράδειγμα, είναι μια ωμή σάτιρα της εμμονής του glam rock με το σεξ. Οι συνεχόμενες βρισιές κόλλησαν στο εξώφυλλο το αυτοκόλλητο “Parental Advisory”. Όποιος άκουγε προσεκτικά έπιανε αμέσως το νόημα. Ήθελαν απλώς να κοροϊδέψουν την ίδια τη λογική της πρόκλησης.
Από τους Metallica στους Guns N’ Roses
Με τα χρόνια, ο ακατέργαστος χαρακτήρας του άλμπουμ έγινε το σήμα κατατεθέν του. Δεν γράφτηκε για να ακούγεται εύκολα. Δεν περίμενε να κερδίσει το μεγάλο κοινό. Τα κομμάτια σταματούσαν και ξεκινούσαν χωρίς προειδοποίηση. Οι μελωδίες συχνά χάνονταν μέσα στον θόρυβο. Οι στίχοι άλλαζαν διαρκώς ύφος, πηγαίνοντας από το αινιγματικό στο σχεδόν καρτουνίστικο. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία έκαναν τον δίσκο μαγνήτη για άλλους μουσικούς.

Ο Kirk Hammett έχει πει πως το “Louder Than Love” επηρέασε το riff του “Enter Sandman”. Ο Axl Rose εντυπωσιάστηκε τόσο που πήρε τους Soundgarden να ανοίξουν για τους Guns N’ Roses το 1991. Την ώρα που οι κριτικοί αναρωτιόνταν αν η μπάντα ανήκει σε κάποια σκηνή, οι συνάδελφοί τους την άκουγαν ήδη με ανοιχτό το στόμα.
Η φωτογραφία του Seattle πριν την παγκόσμια έκρηξη
Αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι ο δίσκος λειτουργεί σαν φωτογραφία της εποχής πριν σκάσει η βόμβα του grunge. Η σκηνή του Seattle ήταν ακόμα κλειστή και ζούσε μέσα από κασέτες και συναυλίες σε μικρά μπαρ, πολύ μακριά από τις μεγάλες αρένες. Το “Louder Than Love” έπιασε τον παλμό εκείνης της στιγμής, λίγο πριν αλλάξουν τα πάντα. Κυκλοφόρησε πριν τα μπλουζάκια της Sub Pop γίνουν μόδα και πριν η φωνή του Chris Cornell φτάσει στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου. Ο δίσκος είναι ουσιαστικά το χρονικό μιας μετάβασης. Αφορά τόσο το ίδιο το συγκρότημα όσο και μια ολόκληρη γενιά που ετοιμαζόταν να κατακτήσει τον κόσμο.
Βλέποντάς το έτσι, το “Louder Than Love” είναι ένας δίσκος γεμάτος αντιφάσεις. Είναι το σταυροδρόμι όπου η μετεφηβική ειρωνεία συναντά τη δίψα για κάτι τεράστιο. Το σημείο όπου η τεχνική δουλεύει επίτηδες για να βγάλει έναν πιο ωμό ήχο. Το συγκρότημα βρέθηκε μπροστά σε όλα όσα θα άφηνε τελικά πίσω του, χαράσσοντας εντελώς τη δική του πορεία. Του έχουν προσάψει αδέξιους στίχους, ασταθές ύφος ή περίεργη δομή. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία το κρατούν ζωντανό. Δεν προσπαθεί να γίνει αρεστό. Αυτός είναι μάλλον ο βασικός λόγος που η ακρόασή του μετράει μέχρι σήμερα.



