Η κυριαρχία του streaming στη μουσική βιομηχανία είναι πλέον δεδομένη και συνοδεύεται από έντονη συζήτηση γύρω από το αν λειτουργεί τελικά υπέρ της ίδιας της μουσικής. Πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα έχουν επιχειρήσει να αποτιμήσουν τις συνέπειες αυτού του μοντέλου, καταγράφοντας διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες αναγνώσεις, χωρίς να προκύπτει ένα ενιαίο συμπέρασμα.
Το Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, μέσα από μελέτες γύρω από την υιοθέτηση των υπηρεσιών streaming, υποστηρίζει ότι το streaming διεύρυνε σημαντικά την πρόσβαση στη μουσική. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι χρήστες απέκτησαν άμεση και οικονομικά προσιτή πρόσβαση σε εκτεταμένους μουσικούς καταλόγους, κάτι που μετέτρεψε την ακρόαση σε καθημερινή συνήθεια και όχι σε περιστασιακή πράξη. Σε αυτό το πλαίσιο, η μουσική έγινε πιο σταθερά παρούσα στη ζωή περισσότερων ανθρώπων από κάθε προηγούμενη περίοδο.
Αντίθετα, το Πανεπιστήμιο του Leeds, μέσα από την έρευνα του David Hesmondhalgh, επισημαίνει ότι η αυξημένη πρόσβαση των ακροατών δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη οικονομική αμοιβή για τους δημιουργούς. Η μελέτη τονίζει ότι η ευκολία κατανάλωσης μεταφράζεται σε χαμηλή αποτίμηση της μουσικής εργασίας, με αποτέλεσμα η διεύρυνση του κοινού να μην οδηγεί κατ’ ανάγκη σε βιώσιμα εισοδήματα για τους μουσικούς. Την ίδια στιγμή, η European Composer and Songwriter Alliance, σε δική της έρευνα, επισημαίνει ότι η αύξηση των συνολικών εσόδων από το streaming δεν κατανέμεται ισότιμα. Σύμφωνα με τα δεδομένα της, το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων αποδίδεται σε δικαιούχους μεγάλων μουσικών καταλόγων, ενώ συνθέτες και δημιουργοί λαμβάνουν δυσανάλογα μικρό ποσοστό, γεγονός που εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη δικαιοσύνη του υπάρχοντος μοντέλου.
Έρευνες του University of Northern Iowa υποστηρίζουν ότι το streaming αύξησε τη συνολική μουσική κατανάλωση. Σύμφωνα με τα ποσοτικά δεδομένα, οι ακροατές ακούνε περισσότερους καλλιτέχνες και μεγαλύτερο αριθμό τραγουδιών σε σύγκριση με προηγούμενες περιόδους. Υπό αυτή την οπτική, το streaming λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης της πολιτισμικής κατανάλωσης. Ωστόσο, μελέτες του Πενειπιστήμιου της Γλασκώβης επισημαίνουν ότι η αυξημένη ποσότητα ακρόασης συνοδεύεται και από εναν κατακερματισμό προσοχής. Η μουσική καταναλώνεται αποσπασματικά, συχνά χωρίς συγκέντρωση ή σταθερή, μακροχρόνια σχέση με έργα και καλλιτέχνες, γεγονός που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η μουσική εμπειρία.
Το American Journal of Qualitative Research, μέσα από πανεπιστημιακές μελέτες σε φοιτητικούς πληθυσμούς, καταγράφει ότι το streaming ενίσχυσε τη μουσική ανακάλυψη. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι αλγόριθμοι και οι playlists βοήθησαν τους ακροατές να έρθουν σε επαφή με καλλιτέχνες που δεν θα αναζητούσαν ενεργά σε ένα παραδοσιακό περιβάλλον αγοράς μουσικής. Την ίδια στιγμή, έρευνες του MIT και του Columbia University γύρω από τα αλγοριθμικά συστήματα προτάσεων υποστηρίζουν ότι οι αλγόριθμοι τείνουν να ενισχύουν ήδη δημοφιλή μοτίβα ακρόασης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η ορατότητα παραμένει άνισα κατανεμημένη, με αποτέλεσμα η θεωρητική αφθονία επιλογών να μην μεταφράζεται πάντα σε ουσιαστική ανακάλυψη για λιγότερο προβεβλημένους καλλιτέχνες.
Τέλος, το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, σε έρευνα για τη σχέση μεταξύ streaming και live μουσικής, υποστηρίζει ότι η χρήση υπηρεσιών streaming αυξάνει το ενδιαφέρον για συναυλίες. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η ηχογραφημένη μουσική λειτουργεί ως πύλη για φυσική παρουσία και συμμετοχή, ενισχύοντας άλλους τομείς της μουσικής οικονομίας. Την ίδια στιγμή, το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου δεν υιοθετεί αυτή την ανάγνωση, επισημαίνοντας ότι η ενίσχυση του live δεν αφορά όλους ισότιμα. Οι σχετικές έρευνες δείχνουν ότι τα οφέλη συγκεντρώνονται κυρίως σε καλλιτέχνες με ήδη εδραιωμένη παρουσία, αφήνοντας μεγάλο μέρος της ανεξάρτητης σκηνής εκτός του κύκλου βιωσιμότητας.
Η ακαδημαϊκή έρευνα, όπως αποτυπώνεται μέσα από πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα, δεν προσφέρει απλές απαντήσεις. Αντίθετα, σκιαγραφεί ένα πεδίο αντιφάσεων, όπου κάθε όφελος συνοδεύεται από ένα αντίστοιχο κόστος. Το streaming εμφανίζεται ταυτόχρονα ως εργαλείο διεύρυνσης της μουσικής κατανάλωσης και ως μηχανισμός ανισότητας, χωρίς οι μελέτες να καταλήγουν σε μια τελική κρίση για την ισορροπία ανάμεσα στα δύο.
