Οι Rome είναι μια από τις μπάντες που αν και ακολουθώ κοντά 20 χρόνια είχα μόνο μια ευκαιρία να τους δω ζωντανά. Η ανακοίνωση της επιστροφής τους 10 χρόνια μετά από εκείνη την εμφάνιση του 2015 δεν έτυχε τεράστιων αντιδράσεων από το κοινό. Ως εκ τούτου το Gazarte δεν «έπηξε» το βράδυ του Σαββάτου. Μισογεμάτο με περιέργως όχι τόσο «γκοθάδικο» κοινό όσο θα περίμενε κανείς ωστόσο ήταν έτοιμο να πλημμυρίσει με τους ήχους που με συνέπεια ο Jerome Reuter κρατά απασχολημένους τους ακροατές του.
Η είσοδος της μπάντας συνοδεύτηκε με συγκρατημένη χαρά, σχεδόν σα να μη θέλει να παρέμβει σε οποιαδήποτε νότα θα ακολουθήσει. Αλλά όσοι περίμεναν μια ήπια εισαγωγή βρέθηκαν προ μεγάλης έκπληξης όταν το martial industrial του “First We Take Berlin” άρχισε να επιβάλλεται στον χώρο. Συχνά τείνουμε να ξεχνάμε αυτή τη πλευρά των Rome και να αναμένουμε μόνο το ακουστικό τους πρόσωπο. Ο Jerome Reuter όμως φροντίζει να φρεσκάρει τις όποιες μνήμες. Και με ένταση που ξεπερνά τη studio εκτέλεση. Και να ακολουθήσει το πρώτο ηχητικό του «τάγμα» με αυτό του “Eagles of The Trident“. Έκτακτα.
Δε θα το κρατήσει όμως ως μια διαρκή κορύφωση. Προκειμένου τα ντεσιμπέλ να έχουν νόημα, πρέπει να ακολουθήσει και ένα ήπιο ιντερμέδιο. Και το “La France Nouvelle” κουμπώνει εξαιρετικά ως εκτελεστής αυτού του ρόλου με την αδιαπραγμάτευτη φωνάρα του Reuter. Γιατί μετά η σφαγή θα συνεχιστεί με το οριακά παγανιστικό “Sons of Aeeth” και το κατράμι του “Todo Es Nada“. Και το πένθιμο εμβατήριο του “Families of Eden” θα παιχτεί πιο μουσικά και λιγότερο ως spoken word κενοτάφιο. Μικρό διάλειμμα για να παιχτεί το μοναδικό καινούριο κομμάτι της εμφάνισης. Το “Stars and Stripes” κοιτάει στην άλλη όχθη του Ατλαντικού και «γαργαλάει» το παρόν μιας ανερχόμενης δικτατορίας.
Για το υπόλοιπο «κυρίως» σετ η μπάντα τίμησε το “Masse Mensch Material” με το “Neue Erinnerung“, κυλίστηκε στα σκοτάδια του “In Brightest Black” και τελετουργικά επικαλέστηκε το “Kali Yuga Uber Alles“. “Achtung Baby“, και “Submission” προοικονομούν τους παιάνες των “Who Only Europe Know” και “One Lion’s Roar” προτού κλείσει το πρώτο μέρος της εμφάνισης.
Επειδή οι Rome δεν είναι συμβατική μπάντα, όμως, αντί για ένα τυπικό encore επιλέγει να δώσει κάτι το διαφορετικό. Ξεκινώντας με τον Jerome Reuter μόνο με την κιθάρα του επί σκηνής, το δεύτερο μέρος κινείται σε πιο μινιμαλιστικές οδούς. Και διάολε, τι υπέροχο κομμάτι είναι το “Celine In Jerusalem” και τι απρόσμενη έκπληξη το “Vaterland“. Και εκεί που άλλοι θα σταμάταγαν το “On Albion’s Plain” και το “The Twain” επιτείνουν τον πόνο. Τα άλλα δύο μέλη ανεβαίνουν επί σκηνής και τώρα επίσημα ξεκινά το encore.
Και τι encore είναι αυτό καθώς τα πιο «διαλεχτά» έχουν κρατηθεί για τώρα. Το βαθύ παρελθόν έρχεται στο προσκήνιο μέσω του “Der Wolfsmantel” και το “Uropia O Morte” ξαναφέρνει το τώρα. Και για οριστικό κλείσιμο δεν μπορούσαν να λείπουν η μάχη του “One Fire” ούτε όμως και ο πόνος/οριστική παράδοση στην Απογοήτευση του “Swords To Rust, Hearts To Dust“. Και τότε, μόνο τότε η συναυλία μπορούσε να τελειώσει.
Βρίσκοντας την τέλεια ισορροπία μεταξύ του martial και του μελωδικού προσώπου τους, οι Rome έδωσαν τη συναυλία που όσοι τους περιμέναμε ζητούσαμε ενδόμυχα. Και σε σχέση με το 2015 ήταν ένα σαφώς πιο έντονο, παλλόμενο live που στηρίχτηκε όχι μόνο στη μεστή ηδύτητα αλλά και στην επιθετικότητα. Άρα πιο πολυπρόσωπο. Και ως εκ τούτου πιο Rome. Άψογα.
