Υπάρχουν μπάντες που παίζουν black metal και υπάρχουν και εκείνες που το χρησιμοποιούν ως όχημα για να εξωτερικεύσουν τη μαυρίλα που κρύβεται μέσα τους. Οι Θλίψις ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Με δύο κυκλοφορίες που ισορροπούν ανάμεσα στην ολοκληρωτική επίθεση και την εσωτερική απόγνωση, κατάφεραν να συζητηθούν όχι μόνο για τον παγωμένο, σκανδιναβικό τους ήχο, αλλά και για την επιλογή τους να εμπιστευτούν την ελληνική γλώσσα εκεί που άλλοι διστάζουν. Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή του AN Club στις 8 Μαρτίου για την παρθενική τους εμφάνιση, μιλήσαμε μαζί τους για τον αυθορμητισμό που νικάει το πλάνο, τον φόρο τιμής στον Ρίτσο και την ανάγκη τους να παραμείνουν ειλικρινείς απέναντι στους ίδιους τους τους εαυτούς, μακριά από επιφανειακές επιτυχίες.
Το “Dawn of Defiance” ακούγεται σαν μια παρατεταμένη επίθεση, ενώ στο “Servants of Apathy” αφήνετε στον ήχο σας περισσότερο χώρο να «αναπνεύσει». Είναι αυτή μια συνειδητή αλλαγή φιλοσοφίας ή απλώς εκφτάζει το σημείο στο οποίο βρισκόσασταν δημιουργικά τη δεδομένη στιγμή;
Θλίψις: Είναι ένας συνδυασμός των δύο, θα μπορούσε να πει κανείς. Στο “Servants of Apathy” δώσαμε περισσότερο χώρο στα ριφ, τα σόλο και τα σχετικά, γιατί ταίριαζε και στο υλικό. Το “Dawn of Defiance” είναι όντως επιθετικότερο και γι’ αυτό έχει αυτή τη δομή. Και οι δύο κυκλοφορίες αντικατοπτρίζουν το mood στο οποίο βρισκόμασταν, σε προσωπικό και σε δημιουργικό επίπεδο, εκείνη την περίοδο. Ποτέ δεν υπάρχει σχέδιο για τη δομή του κομματιού, ειδικά στο “Servants of Apathy”, τα φωνητικά και τους στίχους τούς γράψαμε σχεδόν την ίδια μέρα. Υπάρχει η ιδέα, μεν, αλλά ο αυθορμητισμός είναι κομβικό στοιχείο στον τρόπο που γράφουμε και εκείνη την ώρα είναι που δένει το γλυκό.
Εμένα μου δείχνετε μια μπάντα με ξεκάθαρη κλίση προς το black metal της Σκανδιναβικής χερσονήσου, μακριά από την παραδοσιακή εγχώρια mid-tempo λογική, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι εξαντλείται εκεί το ηχητικό σας πλαίσιο. Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η επιλογή και πώς σας απασχόλησε ο τρόπος που θα «διαβαστεί» μέσα στην ελληνική σκηνή; Υπάρχουν συγκεκριμένες μπάντες, που νιώθετε ότι σας επηρέασαν;
Κοίταξε, είναι ξανά μια μίξη όλων των ακουσμάτων μας. Από Darkthrone και Gorgoroth μέχρι Varathron, Rotting Christ, Spectral Wound και τα σχετικά. Ξεκινάμε ένα ριφ έχοντας ως βασικό άξονα το τι συμβαίνει μέσα στην ψυχή μας και αυτό μεταφέρεται στη μουσική. Είναι συνειδητή επιλογή, από την άποψη ότι θέλουμε να είμαστε πρώτα ακροατές της μουσικής μας. Εφόσον αυτό το είδος μουσικής ακούμε, αυτό θα παίξουμε, αλλά θα την κάνουμε δική μας.
Γι’ αυτό είναι δύσκολο να πούμε ότι ακούγεται σαν την τάδε μπάντα ή έχει αυτόν τον ήχο. Έχουμε εμπιστοσύνη στο υλικό μας, οπότε όταν είμαστε εντάξει εμείς με αυτό που ακούμε, τότε μπορούμε να πούμε ότι στο κοινό που απευθυνόμαστε θα αρέσει. Όχι πάντα με σιγουριά. Αλλά, σε τελική ανάλυση, το πώς θα “διαβαστεί” δεν είναι κάτι το οποίο πραγματικά μας απασχολεί, καθώς προτεραιότητα έχει η ειλικρίνεια απέναντι στους ίδιους μας τους εαυτούς και τη μουσική μας.
Η επιλογή της ελληνικής γλώσσας στη μουσική σας, θεωρητικά, είναι ένα ρίσκο που συχνά καταλήγει γραφικό, και δεν είναι λίγοι όσοι το έχουν δοκιμάσει χωρίς επιτυχία. Ήταν κάτι που σας απασχόλησε; Υπήρξε δισταγμός ή εσωτερική συζήτηση πριν το αποφασίσετε και τι ήταν αυτό που σας έκανε να πείτε τελικά «πάμε»;
Δεν ξέρουμε κατά πόσο θεωρείται ρίσκο και δεν μας ενδιαφέρει η επιτυχία, αν το τίμημα είναι ο Αυτοπεριορισμός με κάθε λογής τρόπο. Θεωρούμε ότι είναι πιο original για τις black metal μπάντες να εκφράζονται στη γλώσσα τους, από τις νορβηγικές μέχρι και τις ελληνικές. Κάποια πράγματα εκφράζονται καλύτερα στα ελληνικά και κάποια στα αγγλικά. Η ελληνική γλώσσα, κατά τη δική μας άποψη, ακούγεται φανταστικά στο black metal και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από καμία άλλη. Φαντάσου να προσπαθούσαμε να βάλουμε στίχο του Ρίτσου στα αγγλικά. Θα ήταν τουλάχιστον λάθος. Ακούγεται πιο τραγικό το να τραγουδάς «κι ο θάνατος πέφτει σα βροχή», παρά «death falls like rain».
Θέλω να σταθούμε λίγο στο ντεμπούτο σας και σε ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια. Στο “Dawn of Defiance” κάποια τραγούδια είναι επίτηδες «σφιχτά», ενώ στο “The Night That Wolves Were Silent” αφήνετε τον χρόνο να δουλέψει περισσότερο υπέρ της σύνθεσης. Πόσο σας απασχολεί σήμερα η διάρκεια και η ανάπτυξη ενός κομματιού;
Σίγουρα έχουμε πέσει στην παγίδα του τύπου «μήπως είναι μικρό το κομμάτι;» ή «μήπως είναι μεγάλο;», αλλά στην τελική αυτό που μετράει είναι αν βγάζει νόημα στα αυτιά μας να δώσουμε παραπάνω ή παρακάτω διάρκεια. Το “The Night That Wolves Were Silent” είναι το πιο συναισθηματικό κομμάτι, οπότε εκεί επιβαλλόταν να δώσουμε χώρο στη σύνθεση. Γιατί η ιστορία που λέει έχει σκοπό να δημιουργήσει πολλά συναισθήματα μαζί στον ακροατή, οπότε η σύνθεση, οι στίχοι και η ερμηνεία έπαιξαν το σημαντικότερο ρόλο σε αυτό. Το “Eternal Sleep Of Agony” και το “Open Wound” είναι επίσης τέτοια παραδείγματα, γιατί είναι και τα πιο προσωπικά μας μες στον δίσκο. Τα υπόλοιπα κομμάτια είναι καθαρή επίθεση, γιατί και το μήνυμά τους είναι επιθετικό.
Από τη δική μου οπτική, το “Dawn of Defiance” μοιάζει με μια πρώτη, ξεκάθαρη δήλωση πρόθεσης, ενώ το “Servants of Apathy” δείχνει κάτι πιο εσωτερικό και προσωπικό. Είναι μια ανάγνωση που σας βρίσκει σύμφωνους ή νιώθετε ότι απλουστεύει τη διαδικασία;
Θα λέγαμε πως ναι. Πράγματι, το “Dawn Of Defiance” ήταν μια ξεκάθαρη δήλωση, που είχε και προσωπικές στιγμές μέσα, ενώ στο “Servants of Apathy” δώσαμε περισσότερο από τις προσωπικότητές μας. Το black metal είναι πραγματικά μια μουσική με την οποία μπορείς να μιλήσεις για τα πάντα. Η εξωτερίκευση των συναισθημάτων που κρύβουμε μέσα μας είναι αναμενόμενη, γιατί έτσι είναι το black metal. Σου δίνει την ελευθερία να εκφραστείς καλύτερα από κάθε άλλο είδος, για τη σαπίλα που νιώθεις μέσα σου, την απόγνωση, την κατάθλιψη κ.λπ..
Οι διασκευές στο “Dawn of Defiance” μπορούν να διαβαστούν όχι απλώς ως φόρος τιμής, αλλά και ως μια έμμεση δήλωση ταυτότητας, αν και μπορεί να κάνω λάθος. Τι σημαίνει για εσάς η επιλογή του υλικού που διασκευάζετε;
Είναι σίγουρα μια δήλωση ταυτότητας, με μεγάλο αίσθημα ευθύνης απέναντι στο υλικό που διασκευάζουμε. Προφανώς δεν επιλέξαμε κομμάτια όπως το “Παιδιά Σηκωθείτε” επειδή μας αρέσει ο ρυθμός. Είναι ένας μεγάλος φόρος τιμής, όχι μόνο στους δημιουργούς, αλλά και σε αυτά που αντιπροσωπεύουν τα μηνύματα αυτών των τραγουδιών. Άλλωστε, είναι μουσική με την οποία μεγαλώσαμε.
Μια μπάντα που δεν εδρεύει στο κέντρο, την Αθήνα, καλείται συχνά να διαχειριστεί πρακτικά και δημιουργικά εμπόδια. Ποια θεωρείτε τα πιο ουσιαστικά και τι πιστεύετε ότι θα μπορούσε να αλλάξει, είτε από τις ίδιες τις μπάντες είτε από τη σκηνή συνολικά;
Εφόσον είναι η πρώτη μας εμφάνιση on stage ως Θλίψις, δεν ξέρω κατά πόσο έχουμε την εμπειρία να απαντήσουμε σε κάτι τέτοιο. Παρόλο που μέλη της μπάντας, όπως ο ND, ο Reactive και ο George S. (η τωρινή μας προσθήκη στο lineup ως live κιθαρίστας), έχουν μεγάλη εμπειρία σε αυτόν τον τομέα, για εμάς, ως Felix Argus και Tumultus, θα είναι η παρθενική μας εμφάνιση.
Αν κάνετε έναν μικρό απολογισμό από το ντεμπούτο μέχρι σήμερα, τι θεωρείτε ότι έχει μετακινηθεί περισσότερο μέσα στους Θλίψις και τι παραμένει σταθερό, χωρίς καμία διάθεση συμβιβασμού;
Αυτό που σίγουρα μένει σταθερό είναι η διάθεσή μας για μουσική και ο ενθουσιασμός. Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε σε κάθε κυκλοφορία είναι να βελτιωνόμαστε ως παίκτες, είτε κιθαριστικά είτε στα φωνητικά κ.λπ., καθώς και να ξεπερνάμε τους εαυτούς μας, έτσι ώστε κάθε δίσκος ή EP να είναι καλύτερο από το προηγούμενο.
Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας. Κλείνοντας, έχω τρεις σύντομες ερωτήσεις: πότε μπορούμε να περιμένουμε την επόμενη κυκλοφορία σας; Θα υπάρχει merch στο live με τους Lamp of Murmur (και αν ναι, να κρατηθεί μία large); Και τέλος, υπάρχει κάτι που θα θέλατε να πείτε σε όποιον διαβάσει αυτή τη συνέντευξη;
Για την επόμενη κυκλοφορία είναι ακόμα άγνωστο, αλλά την προχωράμε με υπομονή και επιμονή, καθώς πιστεύουμε ότι το απαιτεί το ίδιο το υλικό. Είναι σίγουρα διαφορετική από οτιδήποτε άλλο έχουμε κυκλοφορήσει και πρέπει να δοθεί η σωστή προσοχή, έτσι ώστε ο ενθουσιασμός να μην επισκιάσει το υλικό. Θα υπάρχει σίγουρα merch, CD, κάποια βινύλια και μπλούζες από το “Dawn Of Defiance” και το “Servants Of Apathy”. Το μόνο που θέλουμε να πούμε είναι ότι σας περιμένουμε όλους στο live στις 8 Μαρτίου στο ΑΝ, στο “πείραμα” που κάνουμε να πατήσουμε στη σκηνή. Σίγουρα θα είναι ένα live το οποίο περιμέναμε χρόνια και ετοιμάζουμε πολύ καιρό με μεράκι, επιμονή και υπομονή, και ελπίζουμε ότι θα σας δώσουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
