Πριν ξεκινήσουμε, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: Αν το “Army of Darkness” δεν έχει ανακηρυχθεί ακόμα η κορυφαία κινηματογραφική δημιουργία στην ιστορία της ανθρωπότητας, είναι μόνο και μόνο επειδή η Ακαδημία φοβάται να παραδεχτεί πως ένας τύπος με αλυσοπρίονο αντί για χέρι έχει μεγαλύτερο υποκριτικό εκτόπισμα από τον Dwayne Johnson. Αυτό το φιλμ είναι η Μόνα Λίζα των ταινιών δράσης, η Καπέλα Σιξτίνα του τρόμου και η περίτρανη απόδειξη πως το να ξεχνάς τα λόγια μιας αρχαίας κατάρας είναι η πιο σημαντική κινηματογραφική πράξη του 20ού αιώνα.
Τώρα που βγάλαμε αυτό από τη μέση, ας σοβαρευτούμε. Το “Army of Darkness” δεν είναι απλώς μια cult επιτυχία που επιβιώνει χάρη στη νοσταλγία. Είναι ένα από τα πιο διασκεδαστικά θεάματα που έχουν αποτυπωθεί ποτέ σε οθόνη, όχι επειδή είναι «τόσο κακό που καταντάει καλό», αλλά επειδή είναι μια ιδιοφυώς στημένη κωμωδία δράσης που γνωρίζει ακριβώς τι είναι και το υπηρετεί με θρησκευτική ευλάβεια. Ο Sam Raimi, χρόνια πριν παραδοθεί στα blockbusters του Hollywood, παρέδωσε ένα μάθημα για το πώς μπορείς να συνδυάσεις το slapstick του Charlie Chaplin με το gore και τη μεσαιωνική φαντασία, δημιουργώντας κάτι εντελώς μοναδικό.
Η διαδρομή προς το σκοτεινό Μεσαίωνα
Η ταινία αποτελεί το τρίτο μέρος μιας από τις πιο αλλόκοτες τριλογίες του σινεμά. Ξεκίνησε με το “The Evil Dead“, μια ωμή άσκηση τρόμου, συνέχισε με το “Evil Dead II“, που ήταν ουσιαστικά ένα εμπνευσμένο και αιματηρό remake με έντονα κωμικά στοιχεία, και κορυφώθηκε εδώ. Το “Army of Darkness” κάνει την τολμηρή επιλογή να απομακρυνθεί σχεδόν ολοκληρωτικά από τον καθαρό τρόμο, υιοθετώντας το ύφος μιας περιπέτειας εποχής που μοιάζει με σκοτεινό comic book που ζωντανεύει.

Η ιστορία μάς μεταφέρει ακριβώς εκεί που μας άφησε η προηγούμενη ταινία, αν και με κάποιες μικρές αλλαγές στο backstory. Ο Ash Williams, ένας υπάλληλος σε κατάστημα λιανικής με το όνομα S-Mart, βρίσκεται παγιδευμένος στο 1300 μ.Χ. μετά από ένα άνοιγμα χωροχρονικής πύλης. Μαζί του έχει το πιστό του αυτοκίνητο (ένα Oldsmobile Delta 88 του ’73), ένα δίκαννο και ένα αλυσοπρίονο που έχει προσαρμόσει στο κομμένο του χέρι. Στην αρχή τον αντιμετωπίζουν ως σκλάβο και εχθρό, αλλά γρήγορα αποδεικνύει πως είναι ο “Εκλεκτός” που προφητεύτηκε ότι θα σώσει το βασίλειο από τους “Deadites”, τους ζωντανούς-νεκρούς που λυμαίνονται τη γη.
Για να επιστρέψει στην εποχή του, ο Ash πρέπει να βρει το Necronomicon, το Βιβλίο των Νεκρών. Φυσικά, επειδή μιλάμε για τον Ash, τα κάνει θάλασσα. Ξεχνάει τις μαγικές λέξεις που πρέπει να προφέρει (“Klaatu, Verata, Nictu”) και κατά λάθος ξυπνά μια ολόκληρη στρατιά σκελετών, της οποίας ηγείται ο δικός του κακός εαυτός. Το αποτέλεσμα είναι μια επική, σουρεαλιστική μάχη όπου η επιστήμη του 20ού αιώνα συγκρούεται με τη μαύρη μαγεία του Μεσαίωνα.
Γιατί αυτή η ταινία είναι καθαρή απόλαυση;
Η μαγεία του “Army of Darkness” κρύβεται στον κεντρικό του χαρακτήρα. Ο Bruce Campbell παραδίδει την ερμηνεία της ζωής του, μετατρέποντας τον Ash από ένα θύμα των περιστάσεων σε έναν αλαζόνα, συχνά ανόητο, αλλά ακαταμάχητα γοητευτικό αντι-ήρωα. Δεν είναι ο κλασικός ατρόμητος πρωταγωνιστής. Είναι ένας εργάτης που θα προτιμούσε να πίνει μπύρες παρά να σώζει βασίλεια, και η απροθυμία του αυτή γεννά μερικές από τις πιο αστείες στιγμές της ταινίας.

Ο Raimi χρησιμοποιεί μια “γυμναστική” σκηνοθεσία. Η κάμερα δεν μένει ποτέ στάσιμη. Κυνηγάει τους ήρωες, κάνει απότομα ζουμ και προσδίδει μια καρτουνίστικη ενέργεια σε κάθε σκηνή. Οι επιρροές από τους Three Stooges είναι εμφανείς παντού: από τον τρόπο που ο Ash δέχεται χτυπήματα μέχρι τις σκηνές στο μύλο, όπου έρχεται αντιμέτωπος με μικροσκοπικές εκδοχές του εαυτού του. Αυτή η “splatstick” προσέγγιση είναι που κάνει την ταινία τόσο ευχάριστη. Δεν προσπαθεί να σε τρομάξει με την παραδοσιακή έννοια, αλλά να σε κάνει να γελάσεις με την υπερβολή της.
Οι σκελετοί της ταινίας είναι ένας φόρος τιμής στον μεγάλο Ray Harryhausen. Η χρήση του stop-motion δίνει μια οργανική, σχεδόν χειροποίητη αίσθηση στην απειλή, κάνοντας την τελική μάχη να μοιάζει με μια εφιαλτική αλλά διασκεδαστική παρέλαση. Είναι εντυπωσιακό το πώς μια ταινία με σχετικά χαμηλό προϋπολογισμό (συγκριτικά με τα μεγαθήρια της εποχής) κατάφερε να δημιουργήσει τόσο εμβληματικές εικόνες.
Μια στρατιά από λεπτομέρειες
Πίσω από την οθόνη, η παραγωγή ήταν εξίσου επεισοδιακή με την πλοκή. Ο Bruce Campbell πέρασε πραγματικά βασανιστήρια για να ικανοποιήσει το όραμα του Raimi. Στη σκηνή όπου του πετούν πέτρες, ο σκηνοθέτης αποφάσισε να χρησιμοποιήσει… πατάτες για να έχει πιο ρεαλιστικές αντιδράσεις από τον ηθοποιό του. Επίσης, για να φαίνεται πως το αλυσοπρίονο λειτουργεί συνέχεια, διοχέτευαν καπνό από τσιγάρο μέσα από έναν σωλήνα που περνούσε μέσα από το παντελόνι και την μπλούζα του Campbell.
Η ταινία είχε επίσης σοβαρά νομικά και δημιουργικά εμπόδια. Λόγω διαφωνιών για τα δικαιώματα, το “Army of Darkness” δεν μπορούσε να έχει τον τίτλο “Evil Dead 3” στις ΗΠΑ. Επιπλέον, το στούντιο πίεσε για ένα πιο χαρούμενο τέλος. Στο αρχικό φινάλε, ο Ash έπινε υπερβολική δόση από το μαγικό φίλτρο και ξυπνούσε σε ένα μετα-αποκαλυπτικό μέλλον, μια σκηνή που θεωρήθηκε πολύ καταθλιπτική για το ευρύ κοινό. Έτσι, γυρίστηκε το γνωστό τέλος στο S-Mart, όπου ο Ash γίνεται ο ήρωας της διπλανής πόρτας, μια επιλογή που τελικά ταίριαξε απόλυτα με την εξέλιξη του χαρακτήρα του.

Μερικές ακόμα λεπτομέρειες που δείχνουν το μεράκι της ομάδας:
- Ο Ash αποκαλεί το όπλο του “Remington”, αλλά στην πραγματικότητα δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ Remington στην τριλογία. Στο συγκεκριμένο φιλμ είναι ένα Stoeger Coach gun.
- Το αυτοκίνητο Oldsmobile Delta 88 ανήκε στον ίδιο τον Sam Raimi και έχει εμφανιστεί σχεδόν σε όλες τις ταινίες του.
- Η Embeth Davidtz, που υποδύεται τη Sheila, έπαιξε την ίδια χρονιά στη “Λίστα του Σίντλερ”, μια αντίθεση που δείχνει το εύρος του ταλέντου της (και την τρέλα του Hollywood).
- Στην Ιαπωνία, η ταινία κυκλοφόρησε με τον απίθανο τίτλο “Captain Supermarket“.
Η κληρονομιά του "Boomstick"
Το “Army of Darkness” είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου μια ταινία καταφέρνει να γεράσει σαν καλό κρασί. Οι ατάκες της (“Hail to the king, baby”, “Groovy”, “Give me some sugar, baby”) έχουν ενσωματωθεί στην pop κουλτούρα, ενώ ο Ash Williams παραμένει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες του φανταστικού κινηματογράφου.
Δεν είναι απλώς μια ταινία για ζόμπι και ιππότες. Είναι μια ωδή στη δημιουργικότητα που δεν γνωρίζει όρια, στη χαρά του να φτιάχνεις σινεμά με φίλους και στην πίστη πως ακόμα και ο πιο “λίγος” άνθρωπος μπορεί να γίνει ήρωας, αρκεί να έχει μαζί του ένα βιβλίο (αλ)χημείας και αρκετό θράσος. Είναι ένα φιλμ που σε προκαλεί να διασκεδάσεις, να μην πάρεις τίποτα στα σοβαρά και να απολαύσεις τη διαδρομή, ακόμα κι αν αυτή καταλήγει σε μια μάχη με σκελετούς που παίζουν φλάουτο φτιαγμένο από κόκαλα.
