Η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίζεται από μια εντελώς απενοχοποιημένη προσέγγιση στον κινηματογράφο, με τις κωμωδίες της εποχής να βασίζονται σε απλές ιδέες και πληθωρικούς χαρακτήρες. Το “Police Academy” ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Είναι μια ταινία φτιαγμένη με μοναδικό σκοπό να σου προσφέρει άφθονο γέλιο από την πρώτη κιόλας προβολή. Το σενάριο στηρίζεται σε μια εξαιρετικά απλή βάση, όπου η νέα πολιτική μιας πόλης επιτρέπει σε οποιονδήποτε πολίτη να καταταγεί στην αστυνομία, καταργώντας κάθε κριτήριο βάρους, ύψους ή φυσικής κατάστασης.
Αυτή η ιδέα προέκυψε εντελώς τυχαία. Ο παραγωγός Paul Maslansky παρατηρούσε μια ομάδα δόκιμων αστυνομικών κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του “The Right Stuff” στο Σαν Φρανσίσκο. Η εικόνα των εντελώς αταίριαστων και αδέξιων αυτών ανθρώπων, οι οποίοι προσπαθούσαν να ελέγξουν το πλήθος, του γέννησε την απορία για το πώς θα ήταν αν αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν πραγματικά να παραμείνουν στο σώμα πάση θυσία. Κάπως έτσι γεννήθηκε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα franchise στην ιστορία του κινηματογράφου, το οποίο ξεκίνησε ως ένα μικρό πείραμα.
Λογοκρισία και ένα σενάριο που γλίτωσε στο παρά πέντε
Ο σκηνοθέτης Hugh Wilson ανέλαβε το πρότζεκτ αμέσως μόλις έχασε την ευκαιρία να σκηνοθετήσει την ταινία “Amadeus”. Ο ίδιος δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένος με τις ακατάλληλες κωμωδίες που κυριαρχούσαν στα ταμεία εκείνη την περίοδο. Δυσκολεύτηκε αρκετά και προσπάθησε επανειλημμένα να αφαιρέσει από το σενάριο τις πιο χυδαίες σκηνές, θεωρώντας τες υπερβολικές. Οι παραγωγοί του ξεκαθάρισαν πως στοιχεία όπως τα έντονα σεξουαλικά υπονοούμενα και οι φάρσες αποτελούσαν απολύτως υποχρεωτικά συστατικά για να προσελκύσουν το κοινό της εποχής.
Έτσι, η πρώτη ταινία υπήρξε η μοναδική σε ολόκληρο το franchise που έλαβε την αυστηρή σήμανση R από τις επιτροπές λογοκρισίας. Κατέγραψε ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία από όλες τις συνέχειες. Μια παραγωγή με προϋπολογισμό κάτω των πέντε εκατομμυρίων δολαρίων έφερε στα ταμεία σχεδόν 150 εκατομμύρια παγκοσμίως.
Η ταινία γυρίστηκε κυρίως στο Τορόντο, χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις ενός παλιού ψυχιατρικού ιδρύματος για τα εξωτερικά πλάνα της ακαδημίας. Τα έσοδά της κατάφεραν να σώσουν οικονομικά την εταιρεία παραγωγής The Ladd Company από τη χρεοκοπία. Το στούντιο αρχικά φοβόταν τον ανταγωνισμό από μεγαθήρια όπως το “Ghostbusters”. Η μεταφορά της πρεμιέρας την άνοιξη του 1984 αποδείχθηκε μια εξαιρετικά σοφή κίνηση.
Από τα κρατητήρια κατευθείαν στην ακαδημία
Ο χαρακτήρας του Carey Mahoney ενσαρκώνει τον απόλυτο τύπο της εποχής. Η δεκαετία του 1980 λάτρευε τους ήρωες που σπάγανε πλάκα με τους κανόνες, κάνοντας συνεχώς του κεφαλιού τους. Ο Mahoney κοροϊδεύει με κάθε ευκαιρία τους ανωτέρους του. Βρίσκεται στην ακαδημία καθαρά από σπόντα, με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τη φυλακή. Μέσα από όλη αυτή την κωμική διαδικασία, βρίσκει τον δρόμο του και γίνεται ο απόλυτος μπροστάρης για τους υπόλοιπους απροσάρμοστους συμφοιτητές του.

Ο Steve Guttenberg κέρδισε τον ρόλο κυριολεκτικά με το σπαθί του. Πήγε στην ακρόαση φορώντας το παλιό αστυνομικό πουκάμισο του πατέρα του, ο οποίος υπηρετούσε στο σώμα της Νέας Υόρκης. Ο ανταγωνισμός για τον κεντρικό ρόλο ήταν τεράστιος. Τεράστια ονόματα, όπως ο Tom Hanks και ο Michael Keaton, πέρασαν από οντισιόν για τον ίδιο χαρακτήρα και απορρίφθηκαν από τους παραγωγούς.
Εκπαιδευτές στα πρόθυρα νευρικής κρίσης
Η χημεία της σχολής βασίστηκε στην απόλυτη διαφοροποίηση μεταξύ των εκπαιδευομένων και των εκπαιδευτών. Ο G.W. Bailey, που υποδύθηκε τον αυστηρό υπολοχαγό Harris, αποτέλεσε το τέλειο αντίπαλο δέος απέναντι στον Mahoney. Ο Bailey πήρε τον ρόλο ως τέταρτη επιλογή των παραγωγών. Ηθοποιοί όπως ο Tim Thomerson και ο Paul Dooley είχαν αρνηθεί τη συμμετοχή τους.
Ο ίδιος ταλαιπωρούνταν από γρίπη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας κρίσιμης σκηνής σκοποβολής. Το κρύωμα έδωσε στη φωνή του μια ακόμα πιο βαθιά και απειλητική χροιά, προσθέτοντας πόντους στον αυταρχικό του χαρακτήρα. Το χαρακτηριστικό μπαστούνι που κρατούσε προήλθε τυχαία από έναν κομπάρσο στο πλατό.

Στην άλλη πλευρά βρισκόταν ο αφελής διοικητής Lassard. Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας είχε γραφτεί έχοντας στο μυαλό των δημιουργών τον Leslie Nielsen ή τον Robert Conrad. Τελικά ο 66χρονος τότε George Gaynes ανέλαβε τον ρόλο και τον απογείωσε, δημιουργώντας έναν ηλικιωμένο διοικητή που ζει στον δικό του κόσμο. Παρέμεινε σταθερή αξία και στις έξι κινηματογραφικές συνέχειες που ακολούθησαν.
Τυχαίες γκάφες που έγραψαν κινηματογραφική ιστορία
Το κοινό αγάπησε αμέσως τους δευτεραγωνιστές. Η Marion Ramsey βρήκε τη χαρακτηριστική, ψιλή φωνή της συνεσταλμένης Hooks προσπαθώντας να παρωδήσει τον Michael Jackson, τον οποίο είχε συναντήσει παλαιότερα σε μια θεατρική παράσταση. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας, η Hooks προσπαθεί να ανοίξει μια μπλοκαρισμένη πόρτα. Καταφέρνει τελικά να βγει τρέχοντας με δύναμη. Αυτό το στιγμιότυπο προέκυψε εντελώς τυχαία στο πλατό. Ο σκηνοθέτης αποφάσισε να το κρατήσει και επιτάχυνε την κίνηση στο μοντάζ για μεγαλύτερο κωμικό αποτέλεσμα.
Ο David Graf, ο οποίος υποδύθηκε τον Tackleberry, άφησε το δικό του στίγμα. Ο όρος “Tackleberry” καθιερώθηκε επίσημα ως αργκό στη βιομηχανία των ιδιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες για να περιγράψει τους υπαλλήλους που έχουν εμμονή με τα όπλα, τα πυρομαχικά και τον βαρύ εξοπλισμό.
Παράλληλα, ο πελώριος Bubba Smith εντυπωσίασε τους θεατές στις πρώτες δοκιμαστικές προβολές ως Hightower. Οι παραγωγοί αποφάσισαν να τον μετακινήσουν στη δεύτερη θέση των τίτλων αρχής, ακριβώς πίσω από τον Guttenberg, αναγνωρίζοντας τη δυναμική του χαρακτήρα του.
Ένα στόμα γεμάτο ηχητικά εφέ
Ανάμεσα στο καστ ξεχωρίζει ξεκάθαρα ο Michael Winslow, ο άνθρωπος με τις χίλιες φωνές. Ο Winslow, μέσα από τα εντυπωσιακά ηχητικά εφέ με το στόμα του, άλλαξε εντελώς τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την κωμωδία μέσω του ήχου. Η παρουσία του έδωσε μια έντονα καρτουνίστικη διάσταση στις ταινίες. Έκανε την κάθε σκηνή να θυμίζει ζωντανό σχέδιο κινουμένων σχεδίων, δημιουργώντας ένα εντελώς νέο είδος ηχητικής κωμωδίας.

Ο χαρακτήρας του Larvell Jones απουσίαζε παντελώς από το αρχικό σενάριο. Οι δημιουργοί τον ενέταξαν στην παραγωγή την τελευταία στιγμή, όταν τον είδαν να κάνει stand-up σε ένα κλαμπ. Η συνεισφορά του επεκτάθηκε πέρα από τον ρόλο του. Ανέλαβε να ηχογραφήσει όλες τις ανακοινώσεις που ακούγονται από τα μεγάφωνα της ακαδημίας κατά τη διάρκεια της ταινίας. Σε μια κλασική σκηνή όπου πέφτει από τις σκάλες, οι ήχοι που βγάζει μιμούμενος το βιντεοπαιχνίδι Pac-Man προστέθηκαν με απόλυτη φυσικότητα, αποδεικνύοντας το τεράστιο πηγαίο ταλέντο του.
Επική μουσική για τους πιο αδέξιους νεοσύλλεκτους
Η μουσική επένδυση έπαιξε έναν εντελώς απροσδόκητο ρόλο στη συνολική αισθητική του έργου. Το κεντρικό μουσικό θέμα που συνέθεσε ο Robert Folk συνδυάζεται εξαιρετικά με τα όσα διαδραματίζονται στην οθόνη. Σε μια ταινία γεμάτη από γκάφες και παράλογες καταστάσεις, η μουσική ακούγεται σαν να προέρχεται από μια επική πολεμική περιπέτεια.
Οι δημιουργοί είχαν προσεγγίσει αρχικά τον Elmer Bernstein, γνωστό για τα μεγαλοπρεπή και κλασικά κινηματογραφικά του θέματα, θέλοντας ακριβώς να δημιουργήσουν αυτό το κωμικό παράδοξο. Ο Folk πήρε τελικά τη σκυτάλη. Συνέθεσε ένα εμβατήριο που προσέδωσε απροσδόκητο κύρος και σοβαρότητα σε μια καθαρή παρωδία.
Αυτός ο συνδυασμός της μεγαλοπρεπούς ενορχήστρωσης με τους αδέξιους εκπαιδευόμενους αποτελεί ένα από τα πιο ευφυή κωμικά ευρήματα της παραγωγής. Δίνει στον θεατή την ψευδαίσθηση ότι παρακολουθεί μια εξαιρετικά σοβαρή αστυνομική επιχείρηση, η οποία καταρρέει θεαματικά σε κάθε βήμα.
Αξέχαστα βράδια με τανγκό στο θρυλικό μπαρ
Μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της κωμωδίας των 80s, ορισμένα αστεία κατάφεραν να αποκτήσουν μια δική τους, ανεξάρτητη πορεία στην ποπ κουλτούρα. Το θρυλικό Blue Oyster αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επιτυχίας. Το επαναλαμβανόμενο αστείο με το γκέι μπαρ, όπου ανυποψίαστοι και ενοχλητικοί χαρακτήρες παγιδεύονται και αναγκάζονται να χορέψουν τανγκό με δερματοφορεμένους θαμώνες, μετατράπηκε στο πιο αναγνωρίσιμο στοιχείο ολόκληρου του franchise.

Οι συγκεκριμένες σκηνές γυρίστηκαν σε ένα πραγματικό μαγαζί του Τορόντο με την ονομασία Silver Dollar Room. Η χαρακτηριστική μελωδία του τανγκό έμεινε χαραγμένη στη μνήμη του κοινού για δεκαετίες. Πρόκειται για ένα κωμικό εύρημα που επαναλήφθηκε πολλές φορές στις συνέχειες. Λειτουργούσε ως η απόλυτη τιμωρία για τους κακούς χαρακτήρες της ιστορίας, οι οποίοι έβρισκαν τον εαυτό τους να παρασύρονται στον ρυθμό της μουσικής μαζί με τους θαμώνες.
Μια ανέλπιστη επιτυχία που ξεχείλωσε μέσα στα χρόνια
Το φαινόμενο των ατελείωτων συνεχειών αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της βιομηχανίας του θεάματος. Το συγκεκριμένο franchise το πήγε πραγματικά στα άκρα. Η παραγωγή έβγαλε συνολικά επτά ταινίες και μια τηλεοπτική σειρά, επαναλαμβάνοντας μια εξαιρετικά επιτυχημένη συνταγή μέχρι την απόλυτη εξάντληση του σεναρίου. Η πτώση της ποιότητας με το πέρασμα των χρόνων ήρθε μοιραία και αναμενόμενα.
Το κοινό παρέμεινε απίστευτα πιστό σε όλη αυτή τη διαδρομή. Ο λόγος κρύβεται στους ίδιους τους χαρακτήρες, οι οποίοι προσέφεραν μια αίσθηση ζεστασιάς και οικειότητας, σαν να συναντάς παλιούς φίλους. Η επίδραση της σειράς ήταν τόσο ευρεία, που μέχρι και ο Bill Clinton αποκάλυψε πως περνούσε δύσκολες περιόδους βλέποντας σε μαραθώνιο τα συγκεκριμένα φιλμ μαζί με την κόρη του.
Εν κατακλείδι, το “Police Academy” ανήκει σε εκείνη την ιδιαίτερη κατηγορία ταινιών που προσφέρουν ακριβώς αυτό που υπόσχονται. Είναι ένα αυθεντικό προϊόν της εποχής του, γεμάτο φασαρία, υπερβολές και χαρακτήρες που μοιάζουν να ξεπήδησαν από σελίδες κόμικς. Η επιτυχία του μας υπενθυμίζει πως η συνταγή για μια ευχάριστη κινηματογραφική εμπειρία απαιτεί απλώς μια ομάδα αταίριαστων ανθρώπων και ειλικρινή διάθεση για γέλιο.



