Η ιδέα και μόνο να βάλεις τους Full Of Hell και τους Jarhead Fertilizer στον ίδιο κλειστό χώρο, μοιάζει με πείραμα ηχητικής αντοχής. Πηγαίνοντας προς τα Εξάρχεια, ξέραμε καλά την εξίσωση της βραδιάς: ιδρώτας, ασταμάτητο ξύλο στο pit και συχνότητες ικανές να ραγίσουν τους τοίχους. Το υπόγειο μετατράπηκε γρήγορα σε έναν κλειστοφοβικό θάλαμο συμπίεσης, αφήνοντας το οξυγόνο έξω από την πόρτα. Η ένταση και η ενέργεια των δύο σχημάτων μάς ισοπέδωσαν από το πρώτο λεπτό, δίνοντας ακριβώς τη βίαιη συναυλιακή εμπειρία που είχαμε τόσο ανάγκη.
Jarhead Fertilizer
Λίγα λεπτά μετά τις 9, ανέβηκαν στη σκηνή του An Club οι Jarhead Fertilizer. Έχοντας ακούσει κάποια κομμάτια τους πριν το live, η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα αυτό που θα ακολουθούσε. Με την πρώτη νότα έσκασε μια έντονη μπασίλα μαζί με δυνατό ήχο, που κατέκλυσαν το An. Με έπιασαν κομματάκι απροετοίμαστη, με την καλή έννοια πάντα, και αμέσως ξεκίνησε το χάος. Το distortion ήταν έντονο σε όλα τα έγχορδα και τις φωνές, φτιάχνοντας μια απόκοσμη, λασπώδη ατμόσφαιρα.

Η ενέργεια της μπάντας ήταν αδιάκοπη και ασφυκτική. Ένας καταιγισμός από blast beats, με σύντομα κομμάτια και όλη αυτή την ένταση να περνάει στο κοινό, δημιουργώντας ένα συνεχόμενο mosh pit. Η δεμένη και στιβαρή σκηνική τους παρουσία απογείωσε την εμπειρία και με έκανε να τους απολαύσω στο εκατό τοις εκατό, ακόμα και αν δεν είχα λιώσει τη μουσική τους από πριν.


















Αυτή η μίξη death metal και grindcore απαιτεί τεράστιες εντάσεις και βρώμικο ήχο. Πρέπει να σε συνθλίψει, να σε κάνει ένα με το πάτωμα για να το βιώσεις σωστά. Οι Jarhead το κατάφεραν με το παραπάνω, αποδεικνύοντας ότι είναι το ιδανικό opening band για την μπάντα-όλεθρο που ακούει στο όνομα Full Of Hell, ασχέτως αν μοιράζονται τον David Bland και τον Sam DiGristine.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Full Of Hell
Αν κάποιος μου έλεγε δέκα χρόνια πριν πως θα ερχόταν η στιγμή να δούμε επιτέλους στην Αθήνα τους Full Of Hell, σίγουρα θα γελούσα. Μπορείτε να φανταστείτε λοιπόν τον ενθουσιασμό μου με το που ανακοινώθηκε το live. Σε ένα κατάμεστο πλέον An Club, η τετράδα ανέβηκε στη σκηνή, με την ατμόσφαιρα να γίνεται σχεδόν γηπεδική. Έπρεπε να είχαν έρθει καιρό πριν, πράγμα που τόνισε αρκετά και ο Dylan Walker. Σκάνε τα πρώτα riffs και blast beats, και από τα πρώτα λεπτά ο κόσμος άρχισε να το χάνει, συμμετέχοντας σαν να μην υπάρχει αύριο. Τα mosh pits και τα crowd surfs δεν σταμάτησαν λεπτό, δημιουργώντας ένα όμορφο χάος.




























Η σκηνική παρουσία των Full Of Hell είναι καθηλωτική, ωμή και βίαιη. Ο Dylan Walker κινούνταν νευρικά πάνω στη σκηνή, ξεσηκώνοντας κι άλλο το κοινό, παίζοντας με τα electronics και τα effects στη φωνή. Τα κομμάτια μπλέκονταν μαεστρικά μεταξύ τους, χτίζοντας μια industrial, ασφυκτική και εφιαλτική αίσθηση.
Μέσα σε όλο αυτό το χάος, η μπάντα διατηρούσε τον πλήρη έλεγχο και μια τρομακτική συνοχή. Μιλάμε για μια τελετουργία όπου μέσα από το noise των κομματιών φτάνεις στην κάθαρση. Σαν να κοιτάς βαθιά μέσα σου, ενώ ο δυνατός τους ήχος σε καταπίνει χωρίς έλεος. Τι άλλο να ζητήσει ένας άνθρωπος που αγαπά τον extreme ήχο, ειδικά όταν το τρομερό setlist έκλεισε με την εκπληκτική διασκευή στο “Oven” των Melvins.

Έγραψα και έσβησα αρκετές φορές το κείμενο, καθώς είναι δύσκολο μέσα σε μερικές γραμμές να χωρέσει η εμπειρία που ζήσαμε όλοι εκείνο το βράδυ. Το μυαλό μου έχει κολλήσει ακόμα εκεί. Οι Full Of Hell ανήκουν στις μπάντες που πλέον καθορίζουν το grindcore και το powerviolence σε ήχο και στίχους, και είμαστε τυχεροί που τους είδαμε στο απόγειό τους. Ας ελπίσουμε σε μια σύντομη επιστροφή στα μέρη μας.



