Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
H ιστορία της μουσικής είναι γεμάτη από στιγμές πανικού, όπου η απώλεια της εμβληματικής φωνής μιας μπάντας φάνταζε ως το τέλος της διαδρομής. Κάποιες φορές όμως, το ρίσκο λειτουργεί σαν ηλεκτροσόκ, αποδεικνύοντας ότι ορισμένα συγκροτήματα όχι απλώς επιζούν, αλλά γεννιούνται ξανά από τις στάχτες τους.
- Από τον ερχομό του Bruce Dickinson στους Iron Maiden μέχρι την ιστορική τράμπα των In Flames και Dark Tranquillity.
- Η ριζική αλλαγή τραγουδιστή δεν αποτέλεσε ποτέ μια τυπική αντικατάσταση, αλλά το καταλυτικότερο ρίσκο που επαναπροσδιόρισε ολόκληρο τον ήχο τους.
- Τολμηρές μεταβάσεις που επιβεβαίωσαν περίτρανα ότι η σωστή καλλιτεχνική απόφαση τη σωστή στιγμή μπορεί να χτίσει αθάνατους μουσικούς μύθους.
Η ιστορία του rock και του metal είναι γεμάτη από στιγμές πανικού. Όταν μια μπάντα χάνει τη φωνή που καθόρισε την ταυτότητά της, το τέλος φαντάζει προδιαγεγραμμένο. Κάποιες φορές, όμως, το ρίσκο της αλλαγής λειτουργεί σαν ηλεκτροσόκ. Η αλλαγή frontman δεν αποδείχθηκε πάντα καταστροφική, αντίθετα, σε ορισμένες εμβληματικές περιπτώσεις, λειτούργησε ως το μοναδικό καύσιμο για να εκτοξευθούν τα συγκροτήματα σε δυσθεώρητα ύψη.
Iron Maiden (Από τον Paul Di’Anno στον Bruce Dickinson)
Η αυγή της δεκαετίας του 1980 βρήκε τους Iron Maiden να αναδεικνύονται ως η αιχμή του δόρατος του NWOBHM. Στο μικρόφωνο αυτής της ακατέργαστης φάσης βρισκόταν ο Paul Di’Anno, ένας τραγουδιστής που έφερε μια punk αλητεία. Με τα δύο πρώτα, το ομώνυμο και το ιστορικό “Killers”, η μπάντα κατάφερε να τραβήξει τα βλέμματα του μουσικού κόσμου πάνω της.
Ωστόσο, το status του συγκροτήματος ήταν εκείνο ενός πολλά υποσχόμενου underground σχήματος που κινδύνευε να εγκλωβιστεί στις εσωτερικές του αδυναμίες. Ο τρόπος ζωής του Di’Anno, σημαδεμένος από τις καταχρήσεις, άρχισε να δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στη γενικότερη συνοχή της μπάντας. Ο Steve Harris συνειδητοποίησε γρήγορα ότι για να περάσουν οι Maiden στο επόμενο επίπεδο, χρειαζόταν μια ριζική αλλαγή στη φωνή.

Η μεταμόρφωση ήρθε το 1982 με την απομάκρυνση του Di’Anno και την ιστορική πρόσληψη του Bruce Dickinson από τους Samson. Η είσοδος του Dickinson λειτούργησε σαν καταλύτης που εκτόξευσε τους Iron Maiden στη στρατόσφαιρα. Με την κυκλοφορία του μνημειώδους “The Number of the Beast”, η μπάντα αμέσως έδειξε ότι είναι για μεγάλα πράγματα.
Ο Dickinson διέθετε μια αδιανόητη, οπερετική φωνητική έκταση, συνδυασμένη με έναν αέρα θεατρικότητας, επικού λυρισμού και αστείρευτης ενέργειας επί σκηνής. Η χαρακτηριστική φωνή του έδωσε στα νέα κομμάτια μια κινηματογραφική διάσταση, μετατρέποντας τους συνθέσεις του Steve Harris σε ύμνους. Η παρουσία του έφερε μια νέα επαγγελματική πειθαρχία, υψηλό καλλιτεχνικό όραμα και κάπως έτσι οι Maiden μεταμορφώθηκαν από ένα απλό βρετανικό συγκρότημα σε παγκόσμιους θρύλους.
Black Sabbath (Από τον Ozzy Osbourne στον Ronnie James Dio)
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι Black Sabbath, το συγκρότημα που είχε γεννήσει το heavy metal μέσα από τα σκοτεινά εργοστάσια του Μπέρμιγχαμ, βρίσκονταν σε σχεδόν πλήρη παρακμή. Μετά από μια σειρά από δίσκους που δεν κατάφεραν να επαναλάβουν την τεράστια αίγλη των πρώτων τους αριστουργημάτων, η μπάντα είχε μετατραπεί σε ένα δυσκίνητο άχημα που κατέρρεε κάτω από το βάρος της εσωτερικής φθοράς.
Ο Ozzy Osbourne, η εμβληματική και αναμφισβήτητη φωνή που είχε διαμορφώσει το DNA του συγκροτήματος, βρισκόταν σε ένα διαρκές τέλμα εξαιτίας των ακραίων καταχρήσεων. Η επικοινωνία ανάμεσα στα μέλη είχε διακοπεί σχεδόν τελείως, οι πρόβες κατέληγαν σε ναυάγια και το υλικό που ετοίμαζαν στερούνταν την παλιά του έμπνευση και επιθετικότητα. Η κατάσταση είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο αδιεξόδου, ώστε τα υπόλοιπα μέλη, με μπροστάρη τον Tony Iommi, συνειδητοποίησαν ότι η συνέχιση αυτής της πορείας με τον Ozzy στο μικρόφωνο ισοδυναμούσε με καταστροφή.

Η απόφαση να απολύσουν τον Ozzy Osbourne έμοιαζε με πράξη αυτοκτονίας στα μάτια των οπαδών, αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια χάρη στην είσοδο του Ronnie James Dio. Η άφιξη του πρώην τραγουδιστή των Rainbow στα τέλη του 1979 αποτέλεσε το ηλεκτροσόκ που αναγέννησε τους Black Sabbath από τις στάχτες τους.
Με το άλμπουμ “Heaven and Hell” το 1980, η μπάντα απέκτησε μια φρέσκια, ανανεωμένη ταυτότητα που παντούρεψε το κλασικό, βαρύ riffing του Iommi με μια σκοτεινή και μυθολογική ατμόσφαιρα. Η φωνητική δύναμη και η στιχουργική ευφυΐα του Dio έδωσαν στους Sabbath μια νέα πνοή ζωής, αποδεικνύοντας ότι το συγκρότημα μπορούσε να εξελιχθεί μουσικά. Το κοινό αγκάλιασε αυτή τη νέα εποχή με φανατισμό, χαρίζοντας στην μπάντα μια δεύτερη χρυσή εποχή τεράστιας εμπορικής και καλλιτεχνικής επιτυχίας, και επιβεβαιώνοντας ότι η αλλαγή frontman μπόρεσε να ξαναγράψει την ιστορία του heavy metal.
In Flames & Dark Tranquillity (Η ιστορική “τράμπα” Anders Fridén – Mikael Stanne)
Πάμε τώρα στις των ‘90s, όπου η τοπική σκηνή του Γκέτεμποργκ στη Σουηδία έβραζε από δημιουργικότητα, γεννώντας έναν εντελώς νέο ήχο που θα γινόταν γνωστός ως melodic death metal (melodeath). Σε αυτή τη φόρμα ζύμωσης και αναζήτησης της ταυτότητας, οι In Flames και οι Dark Tranquillity ήταν δύο νεότευκτες, στενά συνδεδεμένες μπάντες που πειραματίζονταν με τα όρια του extreme metal.
Το χαρακτηριστικότερο στοιχειό αυτής της πρώιμης περιόδου ήταν η αμοιβαία καλλιτεχνική ανταλλαγή μελών που σήμερα μοιάζει εξωπραγματική: ο Mikael Stanne, βασικός κιθαρίστας και αργότερα η ψυχή των Dark Tranquillity, είχε αναλάβει τα φωνητικά στο ιστορικό ντεμπούτο άλμπουμ των In Flames, το “Lunar Strain”. Αντίστοιχες φωνητικές αποστολές είχε αναλάβει ο Anders Fridén στο ντεμπούτο των Dark Tranquillity, το “Skydancer”.

Το status τους ήταν αυτό των πρωτοπόρων του underground που έψαχναν εναγωνίως τον τέλειο συνδυασμό μελωδίας και επιθετικότητας, χωρίς ωστόσο να έχουν κατασταλάξει πλήρως στη χημεία που θα τους επέτρεπε να κυριαρχήσουν παγκόσμια. Η πραγματική αποκάλυψη ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν οι δύο μπάντες αποφάσισαν να κάνουν μια οριστική, μόνιμη «τράμπα» που έμελλε να αλλάξει τον χάρτη του ακραίου ήχου.
Ο Anders Fridén μετακινήθηκε οριστικά στους In Flames, ενώ ο Mikael Stanne ανέλαβε για πάντα τα φωνητικά στους Dark Tranquillity. Αυτή η αμοιβαία μεταγραφή αποδείχθηκε το πιο ευεργετικό γεγονός στην ιστορία του σουηδικού metal, καθώς λειτούργησε ευεργετικά και για τα δύο σχήματα ταυτόχρονα. Ο Fridén έδωσε στους In Flames μια πιο εκφραστική και δυναμική ερμηνεία που απογειώθηκε στο αριστουργηματικό “The Jester Race” το 1995, καθιερώνοντας την μπάντα ως το poster boy του μελωδικού death metal.
Την ίδια στιγμή, ο Stanne βρήκε το σπίτι του στους Dark Tranquillity, οδηγώντας τους στη δημιουργία του μνημειώδους “The Gallery”, ενός δίσκου-ορόσημου που άλλαξε τα μελωδικά και ατμοσφαιρικά όρια του ιδιώματος. Ήταν η μοναδική φορά στα χρονικά της μουσικής που μια ανταλλαγή frontmen όχι μόνο δεν κατέστρεψε κανέναν, αλλά απογείωσε ταυτόχρονα δύο ξεχωριστές μπάντες.
Faith No More (Από τον Chuck Mosley στον Mike Patton)
Οι Faith No More, αρχικά, κινούταν στα περιθώρια της αμερικανικής underground μουσικής σκηνής, προσπαθώντας να χτίσουν κάτι μέσα στο χάος του San Francisco. Με μπροστάρη τον Chuck Mosley στα φωνητικά, το συγκρότημα κατάφερε να τραβήξει τα βλέμματα και να θέσει τα θεμέλια του εναλλακτικού τους ήχου με το ντεμπούτο τους, το αξιόλογο “We Care a Lot”. Ο Mosley, όπως και ο Di‘Anno διέθετε μια punk αλητεία, μια μοναδική προσωπικότητα και ένα ιδιαίτερο attitude που ταίριαζε απόλυτα στην αρχική, πιο περιθωριακή φάση της μπάντας.

Ωστόσο, καθώς οι μουσικές φιλοδοξίες των υπολοίπων μελών –ειδικά των Billy Gould και Roddy Bottum– άρχισαν να διευρύνονται και να ενσωματώνουν στοιχεία από funk και heavy metal, οι φωνητικές δυνατότητες του Mosley αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Ο Chuck είχε σοβαρά όρια στην έκταση και στη μελωδία της φωνής του, ενώ η απρόβλεπτη συμπεριφορά του, συνδυασμένη με τις καταχρήσεις, άρχισε να φέρνει την μπάντα στα πρόθυρα της διάλυσης.
Η λύτρωση ήρθε το 1989 με την απομάκρυνση του Mosley και την είσοδο ενός νεαρού, παντελώς απρόβλεπτου τραγουδιστή ονόματι Mike Patton. Η άφιξη του Patton άλλαξε δραματικά την τροχιά των Faith No More, μετατρέποντάς τους από μια τοπική underground παραδοξότητα σε παγκόσμιους πρωτοπόρους του alternative metal. Με το εμβληματικό άλμπουμ “The Real Thing” και το τεράστιο “Epic“, ο Patton απέδειξε ότι διέθετε μια αδιανόητη φωνητική ευελιξία, ικανή να περάσει από σταθερά μελωδικά περάσματα σε λυσσαλέες κραυγές μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το απαράμιλλο χάρισμά του και η avant-garde προσέγγισή του στη μουσική έδωσαν στην μπάντα το καλλιτεχνικό όπλο που χρειαζόταν.
Pantera (Από τον Terry Glaze στον Phil Anselmo)
Σκεφτείτε λίγο τον ήχο Pantera… Τέλεια, τώρα σκεφτείτε τον όσο πιο διαφορετικό γίνεται. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οι Pantera δεν θύμιζαν σε τίποτα το θηρίο του groove metal που ξέρουμε σήμερα. Αντίθετα, αποτελούσαν ένα τυπικό, τοπικό σχήμα του Τέξας που κινιόταν στα χωράφια του glam και hair metal, ακολουθώντας πιστά τη μόδα της εποχής με τα στενά ρούχα, το βαρύ μακιγιάζ, τις λαμέ στολές και τις ογκώδεις περμανάντ.
Στην πρώτη αυτή, εμπορικά άγονη περίοδο, στα φωνητικά ήταν ο Terry Glaze, μια κλασική φιγούρα τραγουδιστή της glam σκηνής που ερμήνευε τα κομμάτια με μελωδική, συχνά γλυκανάλατη διάθεση. Οι Pantera ήταν ένα φιλόδοξο αλλά αποπροσανατολισμένο συγκροτήματος που έδειχνε παγιδευμένο σε μια μουσική φόρμουλα η οποία δεν ταίριαζε με το βαθύτερο καλλιτεχνικό τους ένστικτο.

Παρά το γεγονός ότι ο κιθαρίστας Dimebag Darrell (τότε γνωστός ως Diamond Darrell) εντυπωσίαζε από τότε με την τεχνική του, τα τραγούδια στερούνταν την απαραίτητη βαρύτητα και την ωμή δύναμη. Η μπάντα βρισκόταν σε ένα αδιέξοδο, συνειδητοποιώντας ότι με τον Glaze στα φωνητικά και αυτήν την αισθητική προσέγγιση, δεν θα κατάφεραν ποτέ να ξεφύγουν από τη μετριότητα και να αφήσουν το στίγμα τους.
Η απόφαση να διώξουν τον Terry Glaze και να πάρουν τον Phil Anselmo το 1986 έμελλε να αλλάξει ριζικά τον ρου της ιστορίας του σύγχρονου metal. Με τον Anselmo στο μικρόφωνο, οι Pantera πέταξαν οριστικά στα σκουπίδια τα λαμέ, υιοθετώντας έναν σκληρό και επιθετικό ήχο. Ο Anselmo διέθετε μια street-level οργή και μια ενέργεια που μεταμόρφωσε τη χημεία του συγκροτήματος. Η κορυφαία στιγμή αυτής της μετάβασης ήρθε το 1990 με την κυκλοφορία του μνημειώδους “Cowboys from Hell”, του δίσκου που σύστησε στον πλανήτη το νεοσύστατο ιδίωμα του groove metal.



