Πολλοί συνδέουν το όνομα των Fleetwood Mac με το soft-rock σχήμα των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Πρόκειται για το συγκρότημα που ταυτίστηκε με πολυδιαφημισμένες προσωπικές κόντρες, δίσκους εκατομμυρίων πωλήσεων και έναν ήχο που έσμιγε την ποπ με φολκ στοιχεία. Πριν όμως την άφιξη της Stevie Nicks, του Lindsey Buckingham ή την καθιέρωση της Christine McVie, η ομάδα είχε άλλη ταυτότητα. Στα πρώτα τους βήματα ήταν μια καθαρόαιμη μπλουζ μπάντα, με τον χαρισματικό Peter Green να αποτελεί την ψυχή και την καρδιά της.
Το “Fleetwood Mac” –που συχνά αναφέρεται και ως “Peter Green’s Fleetwood Mac”– κυκλοφόρησε στις 24 Φεβρουαρίου 1968. Ο ήχος του ήταν ηλεκτρικός και επηρεασμένος από τη βρετανική μπλουζ έκρηξη, την οποία είχαν φέρει στο προσκήνιο καλλιτέχνες όπως ο Eric Clapton και ο John Mayall. Μακριά από τον απαλό, καλιφορνέζικο ήχο που υιοθέτησαν αργότερα, εκείνοι οι Fleetwood Mac είχαν μια ιδιαίτερη προσέγγιση. Ήταν βαθιά ριζωμένοι στην μπλουζ παράδοση και κινούνταν από ένα πάθος που άγγιζε τη θρησκευτική ευλάβεια.
Από τους Bluesbreakers στην κορυφή
Η ιστορία των Fleetwood Mac έχει τις ρίζες της στους Bluesbreakers του John Mayall, ένα σχήμα που λειτούργησε ως φυτώριο για σπουδαίους Βρετανούς μουσικούς. Με την αποχώρηση του Eric Clapton το 1966, ο Peter Green ανέλαβε τη θέση του. Παρά τη διαφορετική σκηνική του παρουσία, η δεξιοτεχνία του στην κιθάρα ήταν μοναδική. Το εκφραστικό βιμπράτο και ο τρόπος που έπαιζε, δίνοντας την αίσθηση πως μιλούσε μέσα από τις νότες, κέρδιζαν αμέσως το κοινό.

Ο Green συνδέθηκε γρήγορα με τον ντράμερ Mick Fleetwood και τον μπασίστα John McVie, οι οποίοι ανήκαν επίσης στον κύκλο του Mayall. Όταν ο Mayall του πρόσφερε λίγο χρόνο στο στούντιο, εκείνος ηχογράφησε ένα ορχηστρικό θέμα και το ονόμασε “Fleetwood Mac”. Η έμπνευση ήρθε από τους δύο μουσικούς που ήθελε να έχει στο πλευρό του στο νέο του ξεκίνημα.
Ο Fleetwood συμφώνησε αμέσως, όμως ο McVie ήταν διστακτικός στην αρχή και έμεινε στους Bluesbreakers. Με αυτό το δεδομένο, ο Green και ο Fleetwood προχώρησαν με τον μπασίστα Bob Brunning ως προσωρινή λύση. Στην πορεία προστέθηκε ο Jeremy Spencer, ένας slide κιθαρίστας με βαθιές επιρροές από τον Elmore James. Μετά την εμφάνισή τους στο “Windsor Jazz and Blues Festival” τον Αύγουστο του 1967, ο McVie πείστηκε και εντάχθηκε στην ομάδα, διαμορφώνοντας την πρώτη κλασική σύνθεση των Fleetwood Mac.
Ένα ντεμπούτο βαθιά ριζωμένο στα μπλουζ
Το “Fleetwood Mac” ηχογραφήθηκε το διάστημα μεταξύ Απριλίου και Νοεμβρίου του 1967. Ήταν ένας αμιγώς μπλουζ δίσκος, χωρίς τα ποπ στοιχεία που χαρακτήρισαν τη μετέπειτα πορεία τους. Υπό την καθοδήγηση του έμπειρου παραγωγού Mike Vernon, οι ηχογραφήσεις ανέδειξαν τη δυναμική μιας ομάδας που είχε αφομοιώσει πλήρως τις καταβολές της. Ο ήχος τους αντλούσε έμπνευση από μορφές όπως ο Robert Johnson, ο Howlin’ Wolf και ο Elmore James, αποτυπώνοντας το αρχικό όραμα του συγκροτήματος.
Η ηλεκτρική ταυτότητα του 1968
Ο δίσκος περιλάμβανε δώδεκα κομμάτια, συνδυάζοντας διασκευές και δικές τους συνθέσεις, πολλές από τις οποίες αποτύπωναν τη μουσική αισθητική του Green. Τα “Looking for Somebody” και “I Loved Another Woman” ξεχώριζαν, δείχνοντας πώς εκείνος μετέφερε βαθιά συναισθήματα μέσα από την κιθάρα του. Το “Long Grey Mare”, ένα από τα ελάχιστα τραγούδια με τον Bob Brunning στο μπάσο, είχε έναν πιο ζωηρό ρυθμό. Παράλληλα, το “The World Keep on Turning” ανέδειξε το ιδιαίτερο fingerpicking του, ένα στυλ που επέστρεψε αργότερα στο “World Turning”, την εποχή των Fleetwood Mac με τη Nicks και τον Buckingham.
Η slide κιθάρα του Jeremy Spencer χάρισε μια ιδιαίτερη χροιά στον δίσκο, ειδικά στο “Shake Your Moneymaker”, που αποτελεί φόρο τιμής στον Elmore James, αλλά και στο δικό του “My Heart Beat Like a Hammer”. Η προσήλωση της μπάντας στα μπλουζ ξεπερνούσε τα όρια του ήχου τους. Ο Green, πέρα από την κιθάρα, ήταν και δεινός παίκτης φυσαρμόνικας, έχοντας δεχτεί επιρροές από τον Big Walter Horton. Αυτή η ικανότητα αναδεικνυόταν περίφημα σε κομμάτια όπως το “Looking for Somebody”.

Το rhythm section των Fleetwood και McVie χάριζε στον δίσκο μια στιβαρή βάση, διατηρώντας τα grooves δεμένα και επιτρέποντας στους Green και Spencer να πρωταγωνιστήσουν. Χωρίς να περιλαμβάνει κάποιο μεγάλο hit, το άλμπουμ σκαρφάλωσε στο Νο. 4 των βρετανικών charts και παρέμεινε εκεί για 37 εβδομάδες. Οι πωλήσεις ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο αντίτυπα, επίδοση εντυπωσιακή για ένα ντεμπούτο μπλουζ δίσκο σε μια περίοδο που η ψυχεδέλεια είχε το πάνω χέρι.
Μετά την επιτυχία του πρώτου τους δίσκου, οι Fleetwood Mac καθιερώθηκαν γρήγορα ως ένα από τα σημαντικότερα μπλουζ σχήματα της Βρετανίας. Ο Green έφτασε στη δημιουργική του κορύφωση, υπογράφοντας εμβληματικά κομμάτια όπως το “Black Magic Woman”, που αργότερα απογειώθηκε από τον Santana, το ατμοσφαιρικό “Albatross” και το δυναμικό “Oh Well”. Η άνοδος αυτή συνοδεύτηκε από προσωπικές προκλήσεις. Οι αυξανόμενες δυσκολίες του Green με την ψυχική του υγεία και η χρήση παραισθησιογόνων τον οδήγησαν σε μια επίπονη διαδρομή, η οποία ολοκληρώθηκε με την αποχώρησή του από το συγκρότημα το 1970.
Η κληρονομιά του Peter Green και η νέα εποχή
Η αποχώρηση του Jeremy Spencer το 1971 –όταν έφυγε για να ενταχθεί σε μια αίρεση– υπήρξε ένα ακόμα καθοριστικό σημείο για την πορεία τους. Οι Fleetwood Mac διέθεταν πάντα το χάρισμα να προσαρμόζονται και να αλλάζουν μορφή. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, η είσοδος του Buckingham και της Nicks τους οδήγησε στην απόλυτη mainstream επιτυχία. Οι μπλουζ ρίζες τους, που σφυρηλατήθηκαν στον πρώτο εκείνο δίσκο, παρέμειναν για πάντα ένα θεμελιώδες κομμάτι της ταυτότητάς τους.
Κοιτάζοντας πίσω, το “Fleetwood Mac” αποτέλεσε την αφετηρία για ένα από τα σπουδαιότερα ροκ σχήματα και ταυτόχρονα έναν υποδειγματικό μπλουζ δίσκο. Οι μετέπειτα κυκλοφορίες των Fleetwood Mac στράφηκαν προς την εμπορική επιτυχία, όμως το ντεμπούτο τους αποτύπωσε την ορμή ενός νεαρού και φιλόδοξου γκρουπ. Ήταν μια ομάδα που τιμούσε τις παραδόσεις του παρελθόντος, χαράσσοντας παράλληλα τη δική της μοναδική διαδρομή.
