Όταν μιλάμε για το black metal, υπάρχουν πολλές μπάντες που έβαλαν το λιθαράκι τους, αλλά οι Darkthrone είναι εκείνοι που έχτισαν ολόκληρο το οικοδόμημα. Η περίοδος ανάμεσα στο 1992 και το 1994 αποτελεί το πιο (αν)ιερό κεφάλαιο στην ιστορία του νορβηγικού ήχου. Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια, οι Fenriz, Nocturno Culto και Zephyrous κυκλοφόρησαν τρεις δίσκους που σήμερα γνωρίζουμε ως “Unholy Trinity”. Αυτά τα έργα, πέραν της μουσικής τους σημασίας, είναι μια φιλοσοφική στάση, μια αισθητική επανάσταση και μια επιστροφή στις πιο πρωτόγονες έννοιες του φόβου και του σκότους.
Η μεγάλη στροφή προς το σκοτάδι
Για να καταλάβουμε τη σημασία αυτής της τριάδας, πρέπει να δούμε πού βρισκόταν η μπάντα πριν. Οι Darkthrone ξεκίνησαν ως μια εξαιρετική death metal μπάντα. Ο πρώτος τους δίσκος, “Soulside Journey“, ήταν γεμάτος πολύπλοκα riffs και καθαρή παραγωγή. Όμως, η συνάντησή τους με τον Euronymous των Mayhem και η επαφή τους με το όραμα του Inner Circle άλλαξε τα πάντα. Αποφάσισαν να πετάξουν την τεχνική στα σκουπίδια. Ήθελαν να γίνουν η πιο «άσχημη» και παγωμένη μπάντα στον κόσμο. Αυτή η απόφαση σόκαρε την εταιρεία τους, την Peaceville, η οποία περίμενε έναν ακόμα επιτυχημένο death metal δίσκο. Αντί γι’ αυτό, έλαβαν την αρχή της Ανίερης Τριάδας.
A Blaze in the Northern Sky (1992): Η Έκρηξη
Ο πρώτος δίσκος της τριάδας, το “A Blaze in the Northern Sky“, λειτούργησε ως το απόλυτο σοκ. Εδώ υπάρχουν ακόμα κάποια ψήγματα από το death metal παρελθόν τους, κυρίως στη δομή των τυμπάνων, αλλά η αύρα είναι εντελώς διαφορετική. Οι κιθάρες ακούγονται σαν να γδέρνουν μέταλλο πάνω σε πάγο. Ο Fenriz έχει πει πολλές φορές ότι ήθελαν να ακούγονται σαν τους Bathory και τους Celtic Frost, αλλά με έναν τρόπο που να ανήκει στο δικό τους παγωμένο κόσμο.

Το κομμάτι “Kathaarian Life Code” που ανοίγει τον δίσκο είναι η στιγμή που το black metal βρήκε την ταυτότητά του. Ο ήχος είναι σκόπιμα κακός, η παραγωγή είναι “βρώμικη” και η φωνή του Nocturno Culto μοιάζει με κραυγή από τον κάτω κόσμο. Ήταν η διευκρίνιση των Darkthrone ότι η μουσική δεν χρειάζεται να είναι ευχάριστη για να είναι τέχνη. Χρειάζεται να είναι αληθινή.
Under a Funeral Moon (1993): Το Απόλυτο Κρύο
Αν το “A Blaze” ήταν η μετάβαση, το “Under a Funeral Moon” ήταν η οριστική κατάδυση στην άβυσσο. Αυτός ο δίσκος θεωρείται από πολλούς ο πιο καθαρόαιμος black metal δίσκος της τριάδας. Κάθε ίχνος από το παλιό τους στυλ εξαφανίστηκε. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την απόλυτη μοναξιά. Η ηχογράφηση έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε να νιώθεις ότι βρίσκεσαι μόνος σου σε ένα δάσος της Νορβηγίας κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας.

Οι στίχοι έγιναν πιο σκοτεινοί, πιο αποκρυφιστικοί και η ατμόσφαιρα έγινε το κύριο συστατικό. Οι Darkthrone απέδειξαν ότι η επανάληψη ενός riff μπορεί να σε οδηγήσει σε μια κατάσταση έκστασης. Δεν χρειαζόταν πλέον να αλλάζουν ρυθμούς κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Χρειαζόταν μόνο να κρατούν την ένταση του παγετού σταθερή.
Transilvanian Hunger (1994): Η Μινιμαλιστική Τελειότητα
Η κορυφή της τριάδας ήρθε με το “Transilvanian Hunger“. Αυτό το άλμπουμ είναι ένα θαύμα μινιμαλισμού. Ο Fenriz έπαιξε όλα τα όργανα και ο Nocturno Culto έβαλε τα φωνητικά. Η παραγωγή έγινε στο περιβόητο Necrohell studio, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν ένα φορητό τετρακάναλο κασετόφωνο στο σαλόνι του Fenriz.

Το αποτέλεσμα ήταν ένας ήχος που μοιάζει με λευκό θόρυβο (you see what I did there?), αλλά μέσα του κρύβει τις πιο όμορφες και θλιμμένες μελωδίες που γράφτηκαν ποτέ στο είδος. Οι ρυθμοί είναι μονοκόμματοι, οι κιθάρες είναι μια συνεχής γραμμή ήχου και το συναίσθημα είναι η απόλυτη νοσταλγία για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσε τότε με κάποιες δηλώσεις στο οπισθόφυλλο, ο δίσκος παρέμεινε το απόλυτο σύμβολο του “True Norwegian Black Metal“.
Η επιρροή της Unholy Trinity σε άλλους μουσικούς
Η επίδραση αυτών των τριών δίσκων δεν περιορίστηκε στη Νορβηγία. Επηρέασε κάθε μπάντα που θέλησε να παίξει ακραίο ήχο με ατμόσφαιρα. Ο Ihsahn των Emperor θυμάται εκείνη την εποχή: «Όταν κυκλοφόρησε το “A Blaze in the Northern Sky“, όλοι μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Οι Darkthrone ήταν οι πρώτοι που τόλμησαν να γυρίσουν την πλάτη στην πρόοδο. Μας έδειξαν ότι η δύναμη βρίσκεται στην επιστροφή στο πρωτόγονο. Χωρίς αυτούς τους τρεις δίσκους, το black metal θα είχε γίνει μια άλλη μορφή εμπορικού metal πολύ γρήγορα.»
Από την άλλη ο Nergal των Behemoth έχει αναφέρει για την τριάδα: «Για μένα, το “Transilvanian Hunger” είναι ο ορισμός της ατμόσφαιρας. Δεν είναι απλά τραγούδια, είναι μια κατάσταση μυαλού. Κάθε φορά που το ακούω, μεταφέρομαι κάπου αλλού. Οι Darkthrone δίδαξαν σε όλους μας ότι η ειλικρίνεια στην τέχνη είναι το μοναδικό πράγμα που μετράει.»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Erik Danielsson των Watain, ο οποίος τόνισε τη σημασία της αισθητικής: «Οι Darkthrone στην Unholy Trinity δεν έφτιαξαν μόνο μουσική, έφτιαξαν έναν κόσμο. Το corpse paint, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στα δάση, ο ήχος που σε κάνει να νιώθεις άβολα. Όλα ξεκίνησαν από εκεί. Είναι η βάση για οτιδήποτε θεωρούμε ιερό στο black metal σήμερα».

Σε πιο πρακτικό επίπεδο, η σημασία της αποτυπώνεται από τα λεγόμενα του Satyr (Satyricon): «Το “Under a Funeral Moon” είναι ο δίσκος που με έκανε να καταλάβω πώς πρέπει να ακούγεται η κιθάρα στο black metal. Πρέπει να πονάει, πρέπει να είναι κρύα. Οι Darkthrone δεν έπαιζαν για να γίνουν διάσημοι, έπαιζαν γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Αυτή η ανάγκη για έκφραση είναι που κάνει την τριάδα τους αξεπέραστη».
Ο ίδιος ο Fenriz, σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, είχε πει: «Δεν ξέραμε ότι γράφαμε ιστορία. Απλά μισούσαμε τον γυαλιστερό ήχο που είχαν όλες οι μπάντες τότε. Θέλαμε να ακουγόμαστε σαν μια παλιά κασέτα που βρήκες στο δάσος και φοβάσαι να την ακούσεις μέχρι το τέλος.»
Γιατί η Unholy Trinity είναι σημαντική σήμερα
Πιστεύω ότι η τέχνη που μένει στον χρόνο είναι εκείνη που δεν φοβάται να είναι ο εαυτός της. Οι Darkthrone με την Unholy Trinity έκαναν ακριβώς αυτό. Σε μια εποχή που όλοι προσπαθούσαν να γίνουν πιο γρήγοροι και πιο τεχνικοί, εκείνοι έγιναν πιο αργοί και πιο απλοί. Απέδειξαν ότι το όραμα είναι πιο ισχυρό από τον εξοπλισμό και ότι η αλήθεια μπορεί να βρεθεί ακόμα και μέσα στον πιο σκληρό και δύσκολο ήχο. Αν κάτι διδάσκουν αυτοί οι δίσκοι είναι ότι η αυθεντικότητα δεν είναι κάτι που αγοράζεται. Είναι κάτι που κερδίζεται με την άρνηση του συμβιβασμού. Ακόμα και σήμερα, όταν ακούς το “Transilvanian Hunger”, νιώθεις την ίδια ανατριχίλα. Είναι ένας ήχος που δεν παλιώνει, γιατί δεν προσπάθησε ποτέ να είναι της μόδας. Είναι η απόλυτη έκφραση του ανθρώπινου σκότους, αποτυπωμένη σε βινύλιο.
