Αν είσαι fan του black metal, κάθε επιστροφή των Mayhem μοιάζει με την κυκλοφορία ενός νέου δίσκου των Iron Maiden ή κάπως έτσι -βάλε όποια άλλη αντίστοιχη αναλογία θέλεις, νομίζω το νόημα γίνεται κατανοητό. Το “Liturgy Of Death”, λοιπόν, παρουσιάζει τους Νορβηγούς ως μια ενεργή δύναμη του παρόντος, χωρίς καμία διάθεση να εγκλωβιστούν στην ίδια τους την ιστορία. Ο δίσκος αποπνέει αυτοπεποίθηση και έχει ξεκάθαρη εικόνα του τι θέλει να πετύχει. Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι πως η δυσφορία που χαρακτήριζε ανά περιόδους τον ήχο τους έχει επιστρέψει για τα καλά, αφού το άλμπουμ αδιαφορεί πλήρως για το αν θα ακουστεί φιλικό στον ακροατή. Από τα πρώτα λεπτά, η ένταση λειτουργεί ως βασικός άξονας, παραμένει σταθερή και δεν αφήνει κανένα περιθώρια για χαλάρωση.
Το πιο βασικό χαρακτηριστικό του “Liturgy Of Death” είναι ο έλεγχος. Το άλμπουμ είναι επιθετικό και πυκνό -συχνά αποπνικτικό- χωρίς ποτέ να χαλαρώνει ή να γίνεται ασαφές. Η παραγωγή του είναι εξαιρετική, όχι όμως τόσο γυαλισμένη ώστε να αλλοιώνει τον χαρακτήρα της μπάντας, και επιτρέπει σε κάθε στοιχείο να ακούγεται καθαρά ακόμη και στα πιο φορτωμένα σημεία. Οι κιθάρες λειτουργούν σαν ενιαίο σώμα, χτισμένες σε πυκνά στρώματα αριστοτεχνικά μπλεγμένα μεταξύ τους. Αντί να βασίζονται σε ξεκάθαρα riff για να χτίσουν τα κομμάτια, οι Mayhem δουλεύουν με συνεχή εξέλιξη. Οι ιδέες αλλάζουν, σπάνε και επιστρέφουν με άλλη μορφή, κρατώντας τον ήχο ενδιαφέρον ακόμη και στα πιο αργά σημεία και διατηρώντας την ένταση μέσα από τη δομή και όχι την ταχύτητα.
Φυσικά, όλα γίνονται πιο εύκολα όταν παίζεις black metal και πίσω από το drum kit βρίσκεται ο Jan Axel “Hellhammer” Blomberg. Το drumming του δίνει σχήμα στη μουσική, καθορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο κάθε μέρος «αναπνέει», σφίγγει ή παραμορφώνεται. Τα blast beats και τα μοτίβα του είναι ακριβέστατα, όμως οι μεταβάσεις του είναι αυτές που καθορίζουν το άλμπου. Οι ξαφνικές αλλαγές, οι σύντομες παύσεις και τα απρόβλεπτα grooves κάνουν το “Liturgy Of Death” απρόβλεπτο σε κάθε στροφή του. Το “Ephemerial Eternity” δείχνει ξεκάθαρα αυτή τη λογική, με το κομμάτι να αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση χωρίς να χάνει τη συνοχή του.
Φωνητικά, ο Attila Csihar παραμένει το ζευγάρι άσων στο χέρι της μπάντας. Η ερμηνεία του κινείται ανάμεσα σε κραυγές, growls, οπερατικές στιγμές και spoken word περάσματα. Αντί να καθοδηγεί την ακρόαση, η φωνή του ενισχύει το γενικό κλίμα του άλμπουμ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Despair”, όπου η ερμηνεία του μπλέκεται τόσο πολύ με τα όργανα που κάνει τελικά το κομμάτι ακόμα πιο ασφυκτικό και πιεστικό.
Παρά τη διάρκεια και την πυκνότητα του άλμπουμ, σε κανένα σημείο δεν ένιωσα ότι τραβάει περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Κάθε κομμάτι χτίζει τη δική του λογική, ακόμη κι όταν αυτή δεν οδηγεί σε ξεκάθαρη κατάληξη.
Το “Weep For Nothing” αναδεικνύει τον τρόπο που λειτουργεί η μπάντα ως σύνολο, ιδιαίτερα σε σημεία όπου τα τύμπνα κάνουν ένα μικρό βήμα πίσω και οι κιθάρες κινούνται πιο ελεύθερα μεταξύ τους. Το μπάσο του Necrobutcher, που συχνά το νιώθεις περισσότερο απ’ όσο το ακούς καθαρά, κρατά τη μουσική δεμένη και δίνει βάρος στο σύνολο. (Disclaimer: Εξακολουθώ να τον θεωρώ τον αδύναμο κρίκο της μπάντας). Το “Aeon’s End” στρέφεται προς την πιο κλασική πλευρά του black metal, με ασταμάτητη ορμή και ένα σπάνιο, καθαρό σόλο κιθάρας που ξεχωρίζει μέσα στο γενικό χάος, θυμίζοντας μας ότι οι Mayhem μπορούν ακόμη να κινούνται μέσα στα γνώριμα πλαίσια του είδους όταν το θέλουν.
Στο μεσαίο του μέρος, το άλμπουμ σκοτεινιάζει και σε συνθλίβει ακόμα περισσότερο. Το “Funeral of Existence” έχει groove, αλλά δεν αφήνει τον ήχο να χαλαρώσει, με τον ρυθμό να σπρώχνει συνεχώς το κομμάτι μπροστά και το ότι δεν οδηγείται σε κάποιο ξεκάθαρο κλείσιμο μοιάζει απόλυτα συνειδητό. Το “Realm of Endless Misery” έρχεται πιο άμεσο και επιθετικό, κινώντας το κομμάτι ανάμεσα σε πιο μελωδικά σημεία και άκρως άγριες στιγμές. Ακόμα και στο πιο αργό του πέρασμα, η ένταση δεν χάνεται, απλώς παίρνει άλλη μορφή. Και το “Propitious Death”, με τις death metal πινελιές στον ρυθμό του, δίνει επιπλέον βάρος στον ήχο χωρίς να χάνει την πολυπλοκότητά του.
Το κλείσιμο με το “The Sentence of Absolution” λειτουργεί περισσότερο σαν σύνοψη παρά σαν κορύφωση. Η μεγάλη διάρκειά του αφήνει τα βασικά στοιχεία του άλμπουμ να συνυπάρξουν πιο άνετα. Τα μέρη δένουν μεταξύ τους με αξιοσημείωτη συνοχή, ενώ οι τελευταίες στιγμές κρατούν έναν τελετουργικό χαρακτήρα χωρίς να γίνονται υπερβολικές. Το άλμπουμ κλείνει χωρίς ξεκάθαρη λύση, ενισχύοντας την κεντρική του ιδέα: τη συνέχεια αντί για την κατάληξη.
Το “Liturgy Of Death” είναι απαιτητικό από τη φύση του. Η πυκνότητα και η διαρκής έντασή του ζητούν αφοσίωση, χωρίς να προσπαθούν να κάνουν το άλμπουμ πιο εύκολο ή πιο φιλικό. Το άλμπουμ βασίζεται στη συγκέντρωση και στη σταθερή προσήλωση στη δική του εσωτερική λογική, χωρίς να καταφεύγει σε επαναλήψεις ή υπερβολές. Οι Mayhem δεν επιχειρούν να αλλάξουν το black metal -αυτό το έχουν ήδη κάνει- ούτε να αποδείξουν ότι παραμένουν το ίδιο επικίνδυνοι όπως στο παρελθόν. Παρουσιάζουν ένα πειθαρχημένο και σύγχρονο έργο ακραίας Τέχνης, με ξεκάθαρη προσήλωση στη δομή και στη διαρκή ένταση.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: Mayhem
Album: Liturgy of Death
Release Date: 06/02/2026
Label: Century Media
Genre: Black Metal
1. Ephemeral Eternity
2. Despair
3. Weep for Nothing
4. Aeon’s End
5. Funeral of Existence
6. Realm of Endless Misery
7. Propitious Death
8. The Sentence of Absolution
Producer: Tore Stjerna, Teloch
Mayhem: Attila Csihar (Φωνή), Ghul (Κιθάρα), Necrobutcher (Μπάσο), Morten (Κιθάρα), Hellhammer (Τύμπανα)
Mayhem: Liturgy Of Death
Το “Liturgy Of Death” δείχνει μια μπάντα που ξέρει ακριβώς πού πατάει και τι θέλει να πετύχει. Είναι ένας σκληρός, συμπαγής δίσκος που δεν χαρίζεται, δεν κολακεύει και δεν ανακυκλώνει ιδέες. Απαιτεί χρόνο και συγκέντρωση, αλλά ανταμείβει όσους μπουν στον κόσμο του.
