Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Η πραγματική φρίκη δεν κρύβεται στους δαίμονες, αλλά στα όρια μεταξύ θρησκευτικού παροξυσμού και ιατρικής αλήθειας.
- Η τυφλή αμφισβήτηση της επιστήμης παραμένει άρρωστα επίκαιρη στη σημερινή μετα-πανδημική δυστοπία.
- Δικαστικό δράμα και ωμός τρόμος συγκρούονται πάνω στο πτώμα μιας νεαρής κοπέλας.
- Η Jennifer Carpenter διαλύεται σωματικά, φτύνοντας στα μούτρα κάθε φτηνού ψηφιακού εφέ.
«Οι δαίμονες υπάρχουν είτε πιστεύεις σε αυτούς είτε όχι», λέει ο ιερέας στο “Ο Εξορκισμός Της Emily Rose”. Μια τέτοια δήλωση βγάζει νόημα από το στόμα ενός ανθρώπου της εκκλησίας, καθώς η πίστη ζει πέρα από τις αποδείξεις. Στην τελική, όταν μπορείς να αποδείξεις την ύπαρξη ενός πράγματος, η προσωπική σου πίστη δεν έχει καμία σημασία.
Τέτοια ερωτήματα βρίσκονται στην καρδιά αυτής της ταινίας. Το θέμα αποκτά άλλη διάσταση καθώς το σενάριο πατάει πάνω στην αληθινή ιστορία ενός ιερέα που δικάστηκε για φόνο, μετά τον θάνατο μιας έφηβης κατά τη διάρκεια ενός εξορκισμού. Στην περίπτωση που ο ιερέας έχει δίκιο και το κορίτσι είχε κυριευτεί από δαίμονα, πρέπει να αθωωθεί. Στην περίπτωση που οι αρχές της εισαγγελίας κάνουν σωστή εκτίμηση, η κοπέλα πέθανε από ψυχωτική επιληπτική διαταραχή εξαιτίας των χειρισμών του ιερέα.
Αρκετός κόσμος αγνοεί πως τα γεγονότα στο “Ο Εξορκισμός Της Emily Rose” του 2005 δεν αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας. Οι δημιουργοί πήραν έμπνευση από τον πραγματικό εφιάλτη που έζησε μια νεαρή Γερμανίδα, η Anneliese Michel. Η ζωή της έγινε το υλικό για να στηθεί όλη η πλοκή.

Η Anneliese Michel μεγάλωσε σε ένα αυστηρό καθολικό περιβάλλον στη Βαυαρία της Δυτικής Γερμανίας τη δεκαετία του 1960. Τα χρόνια περνούσαν με την ίδια να παρακολουθεί τη λειτουργία δύο φορές την εβδομάδα. Στην ηλικία των 16 ετών, κατέρρευσε ξαφνικά στο σχολείο και άρχισε να περιφέρεται σε πλήρη σύγχυση. Η ίδια είχε πλήρη αμνησία για το περιστατικό, με τους φίλους και την οικογένειά της να περιγράφουν την κατάστασή της σαν μια μορφή παράξενης έκστασης.
H αληθινή ιστορία της Emily Rose: Ποια είναι η πραγματική κοπέλα πίσω από την ταινία;
Έναν χρόνο μετά, η Anneliese Michel πέρασε ένα παρόμοιο επεισόδιο. Αυτή τη φορά ξύπνησε εντελώς χαμένη και κατούρησε το κρεβάτι της. Αμέσως μετά, το σώμα της χτυπήθηκε από άγριους σπασμούς, βάζοντας την να τρέμει ανεξέλεγκτα. Οι δικοί της άνθρωποι άρχισαν να πείθονται πλέον πως το κορίτσι είναι δαιμονισμένο.
Μετά από αυτό το δεύτερο περιστατικό, η Anneliese Michel επισκέφθηκε έναν νευρολόγο. Ο γιατρός έκανε διάγνωση για επιληψία του κροταφικού λοβού. Αυτή η διαταραχή φέρνει επιληπτικές κρίσεις, κενά μνήμης και κάνει τον ασθενή να βιώνει έντονες οπτικές και ακουστικές ψευδαισθήσεις. Έχοντας στα χέρια της τη διάγνωση, η κοπέλα ξεκίνησε φαρμακευτική αγωγή και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Würzburg το 1973.
Τα φάρμακα δεν κατάφεραν να προσφέρουν καμία ουσιαστική ανακούφιση. Με το πέρασμα του χρόνου, η κατάστασή της πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Η Michel συνέχιζε τη θεραπεία, βλέποντας πια ξεκάθαρα τον εαυτό της ως δαιμονισμένη. Η πεποίθησή της την έκανε να ψάξει για λύσεις μακριά από τους γιατρούς. Έβλεπε το πρόσωπο του διαβόλου παντού γύρω της και περιέγραφε απόκοσμες φωνές να της ψιθυρίζουν στο αυτί. Την ώρα μάλιστα της προσευχής, ισχυριζόταν πως οι δαίμονες την έλεγαν «καταραμένη» και της φώναζαν πως θα «σαπίσει στην κόλαση». Αυτά τα βιώματα εδραίωσαν μέσα της την άποψη πως είχε πέσει στα χέρια του ίδιου του διαβόλου.

Η Anneliese Michel και η οικογένειά της στράφηκαν στην εκκλησία για να αντιμετωπίσουν αυτή την κατοχή. Οι κληρικοί της περιοχής έκλεισαν την πόρτα σε αυτά τα αιτήματα. Προτίμησαν να την παραπέμψουν ξανά σε γιατρούς, εξηγώντας επιπλέον πως μια τέτοια διαδικασία απαιτούσε την έγκριση ενός επισκόπου. Οι παραισθήσεις της κοπέλας είχαν ξεφύγει πλέον από κάθε έλεγχο.
Στην προσπάθειά της να πολεμήσει τους δαίμονες έσκιζε τα ρούχα της και έφτανε στο σημείο να κάνει ψυχαναγκαστικά τετρακόσια καθίσματα την ημέρα. Πέρασε δύο ολόκληρες μέρες κάτω από ένα τραπέζι γαβγίζοντας σαν σκυλί. Το διαιτολόγιό της περιλάμβανε αράχνες και κάρβουνο, με τη φρίκη να κορυφώνεται όταν δάγκωσε το κεφάλι ενός νεκρού πουλιού και έγλειψε τα ούρα της από το πάτωμα.
Ο εξορκισμός της Anneliese Michel: Πόσο κράτησαν οι τελετές και τι έπαθε τελικά;
Μητέρα και κόρη βρήκαν στο τέλος στήριγμα στο πρόσωπο του ιερέα Ernst Alt, ο οποίος πείστηκε για την ύπαρξη του δαίμονα. Σε μεταγενέστερα δικαστικά έγγραφα, ο ίδιος δήλωσε ξεκάθαρα πως η κοπέλα «δεν έμοιαζε με επιληπτική». Η Anneliese Michel έγραφε στα γράμματά της προς τον Alt: «Δεν είμαι τίποτα, όλα πάνω μου είναι ματαιοδοξία, τι πρέπει να κάνω, πρέπει να βελτιωθώ, προσευχηθείτε για μένα», τονίζοντάς του επίσης πως επιθυμούσε να υποφέρει για τη σωτηρία άλλων ανθρώπων, λυγίζοντας συχνά από τον αφόρητο πόνο. Ο Alt προώθησε το αίτημα στον επίσκοπο Josef Stangl, εξασφαλίζοντας την πολυπόθητη άδεια για τον ιερέα Arnold Renz. Η διαταγή της εκκλησίας ήταν η τελετή του εξορκισμού να παραμείνει ένα βαθύ, καλά κρυμμένο μυστικό.
Μέσα στους επόμενους δέκα μήνες, με τις ευλογίες του επισκόπου, οι ιερείς Alt και Renz υπέβαλαν τη νεαρή γυναίκα σε 67 εξορκισμούς. Αυτές οι τελετουργίες έφταναν συχνά τις τέσσερις ώρες σε διάρκεια, φθείροντας ολοκληρωτικά τις αντοχές της. Σε αυτές ακριβώς τις συνεδρίες, η Michel κατονόμασε τους έξι δαίμονες που την είχαν κυριεύσει. Μιλούσε για τον Εωσφόρο, τον Κάιν, τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, τον Αδόλφο Χίτλερ, τον Νέρωνα και τον Fleischmann, έναν ιερέα που είχε χάσει το σχήμα του.

Στη δίνη των εξορκισμών, η Anneliese Michel επαναλάμβανε διαρκώς πως «πέθαινε για να εξιλεωθεί για την αλλοπρόσαλλη νεολαία της εποχής και τους αποστάτες ιερείς της σύγχρονης εκκλησίας». Οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν και οι παρευρισκόμενοι αναγκάζονταν να τη συγκρατούν με βία για να ολοκληρώνονται οι τελετές.
Η πίστη της παρέμενε ακλόνητη, κρατώντας την προσευχή ζωντανή στα χείλη της. Το συνεχόμενο γονάτισμα είχε διαλύσει το σώμα της, σπάζοντας τα κόκαλα και τους τένοντες στα γόνατά της. Μετά από 67 βασανιστικές τελετές, η κοπέλα εγκατέλειψε εντελώς την τροφή. Άφησε την τελευταία της πνοή από υποσιτισμό και αφυδάτωση την 1η Ιουλίου του 1976 σε ηλικία 23 ετών.
Η είδηση του θανάτου της έπεσε σαν κεραυνός στη γερμανική κοινωνία, μετατρέποντας την ιστορία της σε εθνικό ζήτημα. Οι γονείς της και οι δύο ιερείς βρέθηκαν στο εδώλιο με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν στο δικαστήριο μέχρι και ηχητικά ντοκουμέντα από τις τελετές, ψάχνοντας απεγνωσμένα τρόπο να στηρίξουν τις επιλογές τους. Η δίκη τράβηξε τα βλέμματα ολόκληρης της χώρας.
Η ετυμηγορία του δικαστηρίου βρήκε τους δύο ιερείς ενόχους για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Η ποινή περιλάμβανε έξι μήνες φυλάκιση, με μεταγενέστερη αναστολή, και τρία χρόνια επιτήρηση. Οι δικαστές έκριναν πως οι γονείς δεν έπρεπε να τιμωρηθούν, βασισμένοι στον γερμανικό νόμο που δίνει άφεση σε όσους έχουν «υποφέρει αρκετά». Το κλείσιμο της υπόθεσης άφησε πίσω του πολλά αναπάντητα ερωτήματα.
Είναι τελικά το φιλμ τρομακτικό ή πρόκειται για δικαστικό δράμα;
Στην κινηματογραφική μεταφορά, η αφήγηση ξετυλίγεται μέσα από συνεχή φλας μπακ κατά τη διάρκεια της δίκης του Πάτερ Moore (Tom Wilkinson). Η πλευρά της κατηγορούσας αρχής του προτείνει να δηλώσει ένοχος για απερίσκεπτη έκθεση σε κίνδυνο ρίχνοντας την ποινή του στα έξι χρόνια, πρόταση που εκείνος απορρίπτει αμέσως.
Ο ιερέας δηλώνει ξεκάθαρα: «Δεν με νοιάζει η φήμη μου και δεν φοβάμαι τη φυλακή. Το μόνο που με νοιάζει είναι να πω την ιστορία της Emily Rose». Η δικηγόρος του, Erin Bruner (Laura Linney), φτάνει στα όρια της απελπισίας, νιώθοντας ταυτόχρονα έναν τεράστιο θαυμασμό για την πίστη του πελάτη της. Η ίδια λειτουργεί ως φωνή της λογικής, αρνούμενη σθεναρά την ύπαρξη των δαιμόνων.

Το πραγματικά δυνατό στοιχείο στο “Ο Εξορκισμός Της Emily Rose” κρύβεται στην απαίτησή του να λύσει ένα μεταφυσικό ζήτημα ένας αυστηρά κοσμικός θεσμός. Το δικαστήριο καλείται να βγάλει απόφαση για καταστάσεις έξω από τη δικαιοδοσία της ανθρώπινης λογικής. Το σενάριο ακροβατεί ανάμεσα στην οπτική του ιερέα που πάλεψε να σώσει ένα δαιμονισμένο κορίτσι και στην οπτική της επιστήμης που βλέπει έναν άνθρωπο να προκαλεί τον θάνατο ενός ψυχικά άρρωστου παιδιού. Η υπεράσπιση και η πολιτική αγωγή στήνουν μια σκληρή μάχη με ισχυρά επιχειρήματα και δυνατούς μάρτυρες. Στο τέλος, η αλήθεια αναζητείται αποκλειστικά στις προσωπικές πεποιθήσεις των ενόρκων.
Ο Scott Derrickson αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία και καταφέρνει να χωρέσει δύο εντελώς διαφορετικές ταινίες στον ίδιο καμβά. Βλέπουμε ένα καθαρόαιμο νομικό δράμα να συνυπάρχει με ένα σκοτεινό έργο τρόμου. Η απουσία συνεχόμενων σκηνών φρίκης αναπληρώνεται από μια διαρκή, πνιγηρή αγωνία στις συζητήσεις των πρωταγωνιστών. Η συνεχής αναφορά στα γεγονότα λειτουργεί ως γέφυρα για τα δύο κομμάτια της ταινίας. Ο θεατής βιώνει το μαρτύριο της κοπέλας μέσα από τα θραύσματα αυτών των αφηγήσεων.
Οι καθαρές στιγμές τρόμου εμφανίζονται μετρημένες, χτυπώντας κάθε φορά κατευθείαν στο ψαχνό. Τα jump scares λειτουργούν αψεγάδιαστα, γεμίζοντας την οθόνη με εικόνες ικανές να σου ταράξουν τον ύπνο. Η έξυπνη σκηνοθεσία χτίζει το έδαφος για τον τρόμο μέσα από τις συνεδριάσεις του δικαστηρίου, σπέρνοντας τον σπόρο του φόβου με απλά λόγια. Η κουβέντα ανάμεσα στον ιερέα και τη δικηγόρο του φορτώνει τον θεατή με ένταση, προετοιμάζοντάς τον για την οπτική επίθεση που ακολουθεί.
Αληθινά γεγονότα & εξορκισμός: Πώς καταφέρνει ο σκηνοθέτης να σε πείσει για τους δαίμονες;
Το σενάριο πατάει γερά σε αληθινά γεγονότα και φροντίζει να μας το υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία. Η δήλωση αυτή φιγουράρει περήφανα από τα δελτία τύπου μέχρι τους τίτλους αρχής και τέλους του φιλμ. Ένα τέτοιο τέχνασμα ρίχνει βαρύ το φορτίο του ρεαλισμού πάνω στον θεατή και κάνει τη δουλειά του με τεράστια επιτυχία. Το κοινό εγκαταλείπει γρήγορα τη λογική και συντάσσεται με το στρατόπεδο των μεταφυσικών φαινομένων. Στη σκηνή με την ηχογραφημένη κασέτα του εξορκισμού, οι ένορκοι δείχνουν δυσπιστία φοβούμενοι κάποια απάτη. Εμείς στην αίθουσα του σινεμά, βιώνουμε τον πανικό σε άλλη κλίμακα, βλέποντας τα άλογα στον στάβλο να αφηνιάζουν εκτός ελέγχου.

Ο μεγάλος άσος στο μανίκι του φιλμ ακούει στο όνομα Jennifer Carpenter, η οποία δίνει ρέστα με την ερμηνεία της. Η ηθοποιός τσαλακώνει την εικόνα της χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τις δικές της εκφράσεις, διαγράφοντας εντελώς την ανάγκη για ψηφιακά εφέ. Το αποτέλεσμα γράφει κατευθείαν στο υποσυνείδητο, ξεπερνώντας σε ανατριχίλα τα κλασικά κόλπα άλλων παραγωγών. Στην αρχική κόπια, το παίξιμο της Carpenter ήταν τόσο ανατριχιαστικό, που η επιτροπή έριξε σήμανση αυστηρής καταλληλότητας “R“. Αυτή η εξέλιξη έστειλε τον Derrickson ξανά στο μοντάζ για να κόψει πλάνα, κυνηγώντας την πιο εμπορική βαθμολογία του PG-13.
Οι ταινίες τρόμου ψάχνουν πάντα τον δρόμο για το σκοτάδι που κρύβουμε μέσα μας. Ο στόχος είναι να βρουν την πιο ευαίσθητη χορδή μας και να την τραβήξουν με δύναμη. Όταν ένα φιλμ πετυχαίνει να σε καρφώσει στην καρέκλα σου με σφιγμένο στομάχι για δύο ώρες, τότε αξίζει με το παραπάνω τον χρόνο σου. Το συγκεκριμένο έργο κερδίζει αυτό το στοίχημα πανηγυρικά.
Αξίζει η σύγκριση με τα κλασικά αριστουργήματα του σινεμά;;
Στην αναζήτηση κάποιας αδυναμίας στο “Ο Εξορκισμός Της Emily Rose”, βρίσκουμε ίσως την έλλειψη μιας τεράστιας κορύφωσης σε σχέση με την υπόσχεση των πρώτων σκηνών. Η συγκεκριμένη προσέγγιση σίγουρα θα αφήσει μερικούς θεατές παραπονεμένους. Ο σκηνοθέτης επιλέγει να μείνει πιστός στο αρχικό του όραμα και χτίζει την αφήγηση γύρω από τον ρεαλισμό. Η σύγκριση με κλασικά αριστουργήματα όπως το “Ο Εξορκιστής” φαντάζει άδικη, καθώς εκείνες οι παραγωγές αποδέχονται από το πρώτο λεπτό την ύπαρξη των δαιμόνων δίνοντας πάτημα για εύκολο υπερθέαμα. Εδώ, τα πράγματα λειτουργούν με άλλους κανόνες.
Το “Ο Εξορκισμός Της Emily Rose” βάζει το χέρι του στη φωτιά καταπιανόμενο με την τυφλή αμφισβήτηση της επιστήμης από τους θρησκευτικά φανατισμένους. Το θέμα αυτό μοιάζει τρομακτικά φρέσκο στη σημερινή post-covid πραγματικότητα. Ο Derrickson κολυμπάει σε βαθιά νερά και βγαίνει τελικά νικητής. Ο σκηνοθέτης παίζει δεξιοτεχνικά με τα όρια της πίστης και της λογικής, αφήνοντας τον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Κρατάει ίσες αποστάσεις μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους.
Φτάνοντας στο κλείσιμο, το “Ο Εξορκισμός Της Emily Rose” ξεχωρίζει ως μια σπουδαία δουλειά γύρω από τον μύθο των δαιμονισμών. Ο βαθμός τρόμου δεν χτυπάει κόκκινο και δεν κοιτάζει στα μάτια τα μεγαθήρια του είδους. Μπορείς επίσης να εντοπίσεις μερικές μικρές αδυναμίες στο ξεδίπλωμα της πλοκής. Η προσεγμένη παραγωγή, σε συνδυασμό με τις ερμηνείες, σου αφήνουν στο τέλος μια πολυεπίπεδη, σκοτεινή και βαριά ενοχλητική γεύση. Το ταξίδι αξίζει την κάθε του στιγμή.



