Η σκηνή της Νέας Υόρκης έχει γεννήσει πολλά σχήματα με χαρακτηριστικό ήχο, όμως οι A Place To Bury Strangers ξεχωρίζουν για την προσήλωσή τους στην ακραία ένταση. Η ιστορία τους ξεκινά μετά τη μετακόμιση του Oliver Ackermann από τη Βιρτζίνια και τη διάλυση των Skywave. Αυτός ο δημιουργικός πυρήνας της μπάντας συνδυάζει τον εκκωφαντικό ήχο με στοιχεία από το post-punk δημιουργώντας μια εντελώς δική του αισθητική. Για να πετύχει ακριβώς το αποτέλεσμα που έχει στο μυαλό του, ο ιδρυτής τους κατασκευάζει τα δικά του πετάλια κιθάρας μέσω της εταιρείας Death By Audio. Η φήμη τους μάλιστα έχει φτάσει σε καλλιτέχνες όπως οι Radiohead και οι Arctic Monkeys.
Κάνοντας μια αναδρομή, ο πρώτος τους ομώνυμος δίσκος, “A Place To Bury Strangers”, συγκέντρωσε πρώιμες ηχογραφήσεις και έθεσε τις βάσεις για την επόμενη πορεία τους. Εκείνη την περίοδο, με τον Jay Space στα τύμπανα και τον Jono Mofo στο μπάσο, το σχήμα έχτισε έναν συμπαγή ήχο βασισμένο στον επαναλαμβανόμενο ρυθμό. Κομμάτια όπως το “Missing You” και το “To Fix The Gash In Your Head” σε εισάγουν αμέσως σε ένα περιβάλλον γεμάτο industrial θόρυβο. Η χρήση του feedback και της παραμόρφωσης λειτουργεί εδώ ως το βασικό εργαλείο για να μεταδοθεί μια αίσθηση ασφυξίας.
Η μετάβαση σε πιο καθαρές φόρμες
Στη συνέχεια, η συνεργασία με την εταιρεία Mute άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο. Το “Exploding Head” πρόσθεσε μεγαλύτερη ηχητική καθαρότητα στο χαοτικό τους τοπίο, ενσωματώνοντας ποπ μελωδίες κάτω από τους βιομηχανικούς ρυθμούς. Η μουσική τους απέκτησε μια gothic προσέγγιση με επιρροές από τη δεκαετία του ογδόντα. Μέσα από κομμάτια όπως το “In Your Heart” απέδειξαν πώς η αθωότητα μιας ποπ σύνθεσης επιβιώνει κάτω από τον ολοκληρωτικό ηχητικό όλεθρο.
Εκεί που το πρώτο τους άλμπουμ συγκέντρωνε σκόρπιες ηχογραφήσεις πενταετίας, η νέα τους προσπάθεια πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά σε ένα μέρος μέσα σε λίγες εβδομάδες. Έχοντας στη διάθεσή τους αναβαθμισμένες συνθήκες παραγωγής, εξασφάλισαν μια εξαιρετικά δεμένη συνοχή στο τελικό αποτέλεσμα, παρουσιάζοντας ουσιαστικά την πρώτη τους ολοκληρωμένη καλλιτεχνική δήλωση.

Περνώντας έπειτα στο “Worship“, συναντάμε μια επιστροφή σε πολύ πιο ακραίες ηχητικές φόρμες. Η εκκωφαντική ένταση εναλλάσσεται πλέον με ήρεμες στιγμές, δημιουργώντας μια συνεχόμενη συναισθηματική προσμονή. Αυτό φαίνεται καθαρά στο “You Are The One”, το οποίο αποδεικνύει την ικανότητά τους να χτίζουν ελκυστικές μελωδίες πριν τις διαλύσουν μέσα σε ένα πέλαγος θορύβου.
Αργότερα, με το “Transfixiation” η προσέγγιση αλλάζει ξανά κατεύθυνση. Το γκρουπ φωτίζει διαφορετικές πτυχές των συνθέσεών του προσθέτοντας νέα ηλεκτρονικά στοιχεία στις ενορχηστρώσεις και ρίχνοντας ελαφρώς τις ταχύτητες. Έτσι, κομμάτια όπως τα “Supermaster” και “Deeper” φτιάχνουν μια υπνωτική ατμόσφαιρα που θυμίζει τα πιο σκοτεινά ηχοχρώματα από τα μέσα των ενενήνταs.
Οι αλλαγές στη σύνθεση
Φτάνοντας στο “Pinned“, ξεκινά μια περίοδος σημαντικών αλλαγών για τη δομή του σχήματος. Η προσθήκη της Lia Braswell στα τύμπανα και στα φωνητικά έδωσε μια φρέσκια κατεύθυνση, καθώς η φωνή της λειτούργησε πολύ ταιριαστά δίπλα στα σκοτεινά φωνητικά του Ackermann. Αυτή η προσέγγιση με τα διπλά φωνητικά προσέδωσε έναν στοιχειωμένο χαρακτήρα στη μουσική τους, κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα πολύ πιο εθιστικό. Συνολικά το άλμπουμ έδωσε έμφαση στο groove και την παραδοσιακή δομή του post-punk, εμπλουτίζοντας μια δισκογραφία που μοιάζει με εγκυκλοπαίδεια σκοτεινών ρυθμών. Το κομμάτι “Never Coming Back” αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας δυναμικής.

Αμέσως μετά την πανδημία και μια σειρά από μικρότερες κυκλοφορίες, η εξέλιξη συνεχίστηκε με το “See Through You“. Σε αυτή τη φάση ο John Fedowitz ανέλαβε το μπάσο, βοηθώντας τα ηλεκτρονικά στοιχεία να δέσουν ιδανικά με την ασταμάτητη ενέργεια της μπάντας. Χάρη σε αυτόν τον συνδυασμό, οι APTBS σε βυθίζουν αμέσως σε έναν καταιγισμό από ψυχεδελικούς ρυθμούς που δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας ζωντανής εμφάνισης.
Επιπλέον, συνθέσεις όπως το “Let’s See Each Other” διατηρούν έναν επίμονο παλμό που θυμίζει τα καλύτερα δείγματα της νεοϋορκέζικης σκηνής. Γίνεται ξεκάθαρο πως το συγκρότημα συνεχίζει να τιμά τις ρίζες του, πηγαίνοντας σταθερά τον ήχο του ένα βήμα παραπέρα.
Η αυτοσχέδια δημιουργία
Όλοι αυτοί οι πειραματισμοί οδήγησαν τελικά στη δημιουργία του “Synthesizer“. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος, αφού προέρχεται κυριολεκτικά από ένα πραγματικό συνθεσάιζερ που κατασκεύασε ο ίδιος ο Ackermann αποκλειστικά για αυτές τις ηχογραφήσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο γεμάτο πηγαίο αυθορμητισμό και αστείρευτη κινητήρια δύναμη.
Σε μια εποχή γεμάτη ψηφιακές ευκολίες, το συγκρότημα επιμένει να φτιάχνει μουσική με εντελώς χειροπιαστό τρόπο υμνώντας την ανθρώπινη ατέλεια. Ακούγοντας το “Fear Of Transformation”, το μυαλό πηγαίνει κατευθείαν στην αισθητική του krautrock, ενώ το “Join The Crowd” προσφέρει έναν απροσδόκητο ρυθμό ντίσκο βουτηγμένο στο σκοτάδι. Η σκοτεινή pop συναντά τα παραμορφωμένα ηχοχρώματα, χαρίζοντας μια πραγματικά καθηλωτική εμπειρία.

Φυσικά, κάθε ενεργό σχήμα έχει πάντα στο αρχείο του κομμάτια που έμειναν στο συρτάρι. Η συλλογή “Rare And Deadly” ήρθε λοιπόν τη σωστή στιγμή για να ρίξει φως σε αυτό το κρυμμένο υλικό της τελευταίας δεκαετίαs. Το γεγονός ότι κυκλοφόρησε σε τέσσερις διαφορετικές μορφές με εντελώς διαφορετικό tracklist υπογραμμίζει την αντισυμβατική τους φιλοσοφία.
Αυτή η ανατροπή των καθιερωμένων κανόνων της μουσικής βιομηχανίας αποτελεί βασικό συστατικό της ταυτότητάς τους και τους επιτρέπει να κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο. Όπως έχει δηλώσει εξάλλου ο Ackermann, «τα πράγματα δεν χρειάζεται να γίνονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο», ειδικά όταν πρόκειται για τραγούδια που γράφτηκαν σε περιόδους έντονης συναισθηματικής φόρτισης.
Η βιωματική διαδικασία στο στούντιο
Ψάχνοντας πιο βαθιά σε αυτές τις ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις, ακούμε τον διαθέσιμο εξοπλισμό να φτάνει κυριολεκτικά στα όριά του. Πολλές ιδέες προέκυψαν εντελώς τυχαία από δυσλειτουργικά πετάλια ή από θορύβους που γράφτηκαν σε στιγμές πλήρους εξάντλησης στο στούντιο. Πέρα από αυτό, το “Song For Girl From Macedonia” λειτουργεί ως ο κοινός συναισθηματικός άξονας σε όλες τις εκδόσεις αναδεικνύοντας την ευθραυστότητα της ζωής.
Ο ίδιος ο Ackermann περιγράφει συχνά τη διαδικασία ως κάτι βαθιά σωματικό, παραδεχόμενος πως «κάποιες φορές οδηγώ τον εαυτό μου σε μια φρενίτιδα κλωτσώντας τον ενισχυτή». Αυτή η ωμή και αφιλτράριστη ενέργεια αποτυπώνεται κατευθείαν στο ηχητικό αποτέλεσμα, μετατρέποντας τον ακροατή σε άμεσο μάρτυρα μιας βίαιης δημιουργικής διαδικασίας.

Βέβαια, η εξερεύνηση των ορίων συνεχίζεται με τεράστια ορμή και στα υπόλοιπα κομμάτια. Για παράδειγμα, το “Lost” βγάζει έναν ήχο που θυμίζει αγωνιστικά αυτοκίνητα, χρησιμοποιώντας δύο κιθάρες σε εντελώς διαφορετικά κουρδίσματα. Αντίστοιχα, το “Everyone’s The Same” αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα όπου η εκκωφαντική παραμόρφωση καθορίζει εξολοκλήρου τον χαρακτήρα της σύνθεσης.
Ακόμα και όταν το “I Don’t Want To Wait” φλερτάρει με τον χορευτικό ρυθμό, καταφέρνει να παραμένει βαθιά σκοτεινό. Όλη αυτή η ελευθερία του πειραματισμού στο στούντιο δημιουργεί τελικά μια ηχητική παιδική χαρά, όπου κάθε πιθανό λάθος μπορεί να μετατραπεί σε κάτι εκπληκτικό. Σε στιγμές μάλιστα όπως το “Losing Time”, η μπάντα αγγίζει την πλήρη απομόνωση των αισθήσεων, θυμίζοντας ατμοσφαιρικά κινηματογραφικά σάουντρακ.
Η συναυλιακή δυναμική
Αναμφίβολα, όσοι έχουν βρεθεί σε ζωντανή εμφάνιση του συγκροτήματος γνωρίζουν καλά πως η ένταση ξεπερνά κάθε φυσιολογικό όριο. Η αληθινή τους δυναμική άλλωστε αποκαλύπτεται στο έπακρο κυρίως κατά τη διάρκεια των συναυλιών. Εκεί ο εξοπλισμός λειτουργεί συνεχώς στο κόκκινο, φτιάχνοντας ένα πυκνό νέφος από οπτικά και ηχητικά ερεθίσματα.
Η συναυλιακή τους παρουσία αποτελεί τελικά μια βιωματική εμπειρία, όπου το κοινό παρασύρεται ολοκληρωτικά σε έναν ωκεανό από στρεβλωμένες συχνότητες. Για αυτόν τον λόγο, προσπαθούν διαρκώς στο στούντιο να αιχμαλωτίσουν αυτή την ζωντανή αίσθηση του κινδύνου. Πάνω σε αυτή τη λογική, η ενασχόληση του Ackermann με την δισκογραφική Dedstrange τούς δίνει νέα πολύτιμα εργαλεία, ενισχύοντας ταυτόχρονα όλη την ανεξάρτητη σκηνή.

Παράλληλα με τις θορυβώδεις εξάρσεις, υπάρχουν ξεχωριστές στιγμές όπου η μπάντα αποφασίζει να εξερευνήσει πολύ πιο ήπια μονοπάτια. Το αρχείο τους κρύβει συνθέσεις που διακρίνονται έντονα για τον μελαγχολικό και ευαίσθητο χαρακτήρα τους. Ένα τέτοιο κομμάτι είναι το “Where Are We Now”, το οποίο αναδεικνύει μια διαφορετική πλευρά μακριά από τα γνώριμα ξεσπάσματα, θυμίζοντας το παλιότερο “The Falling Sun”.
Αυτές οι λιγοστές στιγμές ηρεμίας μέσα στη δισκογραφία τους λειτουργούν ως ο απαραίτητος χώρος αναπνοής πριν την επόμενη σαρωτική επίθεση των ενισχυτών. Η μέχρι τώρα πορεία τους αποδεικνύει πως δεν επαναπαύονται ποτέ σε μια ασφαλή φόρμουλα. Προτιμούν να εξελίσσουν σταθερά την τέχνη τους, κρατώντας όμως τον θορυβώδη πυρήνα τους εντελώς αναλλοίωτο στον χρόνο.



