Φαντάσου κάποιον να σου διαβάζει στίχους από ένα άλμπουμ και η πρώτη φράση που ακούς να είναι: «Face of the goat in the mirror». Τι μουσική θα μάντευες ότι παίζουν; Πιθανότατα θα πόνταρες στο black metal χωρίς δεύτερη σκέψη. Όμως, το 1992 το τοπίο ήταν ακόμα θολό. Ειδικά αν σκεφτείς πως πρόκειται για τον δεύτερο δίσκο των Darkthrone, “A Blaze in the Northern Sky”. Αν αναρωτιέσαι για την απότομη αλλαγή, αρκεί να θυμηθείς ότι μόλις έναν χρόνο νωρίτερα η μπάντα είχε κυκλοφορήσει το “Soulside Journey”, ένα ντεμπούτο αμιγώς death metal αισθητικής.
Η άρνηση της εξέλιξης και η φωτιά του παρελθόντος
Η περιγραφή της αλλαγής των Darkthrone ως «μεταμόρφωση» θα ήταν μάλλον άστοχη. Δεν πρόκειται για σταδιακή εξέλιξη, αλλά για μια φωτιά που έκαψε ολοσχερώς το παρελθόν τους. Το συγκρότημα που το 1991 μπήκε στα Sunlight Studios για την ηχογράφηση του “Soulside Journey”, γεμάτο πάθος για το groove και το gore του death metal, είχε μετατραπεί σε κάτι εντελώς ξένο όταν, έναν χρόνο αργότερα, βρέθηκε στα Creative Studios για το “A Blaze in the Northern Sky”. Ο death metal ήχος τούς φαινόταν πλέον υπερβολικά τεχνικός και προβλέψιμος. Εκείνη την περίοδο στη Νορβηγία γεννιόταν κάτι σκοτεινό και τελετουργικό. Οι Darkthrone αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τα χνάρια της Florida ή της Στοκχόλμης και επέλεξαν να χαράξουν τον δικό τους δρόμο.
Η συγκεκριμένη αλλαγή δεν περιορίστηκε μόνο στο ύφος, αλλά ήταν καθολική. Οι Fenriz, Nocturno Culto και Zephyrous δεν υιοθέτησαν απλώς ένα νέο στυλ, αλλά μεταμόρφωσαν ριζικά κάθε πτυχή της μουσικής τους. Τα τύμπανα έπαψαν να ακολουθούν περίπλοκα μοτίβα και άρχισαν να ηχούν σαν πολεμικά εμβατήρια. Οι κιθάρες δημιούργησαν ένα ψυχρό χάος που όμοιό του δεν είχε ακουστεί ξανά. Όσο για την παραγωγή, την ώρα που όλοι αναζητούσαν τον καθαρό ήχο, εκείνοι επεδίωξαν αυτό που οι περισσότεροι θα βάφτιζαν ως λάθος. Για κάποιους, το αποτέλεσμα ήταν απλός θόρυβος. Για άλλους, ήταν μια μορφή τέχνης βγαλμένη από εφιάλτη.

Η ειρωνεία του “A Blaze in the Northern Sky” κρύβεται στο γεγονός πως ηχεί σαν μια παγωμένη καταιγίδα που ρίχνει λάδι στη φωτιά της κόλασης. Το παράδοξο αυτό παίρνει σάρκα και οστά χάρη στη σκόπιμα lo-fi παραγωγή του. Οι διαπεραστικές κιθάρες χτίζουν μια «χιονοθύελλα» θορύβου, ενώ τα απόμακρα, αντηχητικά φωνητικά θυμίζουν κραυγή που ταξιδεύει μέσα στον χειμωνιάτικο άνεμο. Παράλληλα, τα τύμπανα προσδίδουν μια ένταση που μετατρέπει το παγωμένο ηχοτοπίο σε κάτι απρόβλεπτο. Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στη σκοτεινή ατμόσφαιρα και την ακατέργαστη ενέργεια είναι που κάνει το άλμπουμ να ξεχωρίζει μέχρι σήμερα.
Από τις πρώτες κιόλας στιγμές του “Kathaarian Life Code”, η μουσική αποκτά μια τελετουργική χροιά, σαν να επικαλείται κάτι απόκοσμο, πέρα από τα ανθρώπινα όρια. Δεν διαθέτει την τεχνική ακρίβεια του “Soulside Journey”, ούτε τον απόλυτο μινιμαλισμό που θα χαρακτήριζε αργότερα το “Transilvanian Hunger”. Ήταν η στιγμή που οι Darkthrone άφησαν οριστικά πίσω τους το παρελθόν και σφυρηλάτησαν τον δικό τους, ακραίο ήχο.
Η lo-fi αισθητική και η σύγκρουση με την Peaceville
Η παραγωγή του άλμπουμ αποτέλεσε σημείο έντονης τριβής. Η Peaceville Records, περιμένοντας μια ακόμα δόση death metal, θορυβήθηκε όταν άκουσε το υλικό που παρέδωσαν οι Darkthrone. Ζήτησε άμεσα ένα remix, όμως οι Darkthrone αντέδρασαν όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς, δείχνοντας το μεσαίο δάχτυλο. Ο δίσκος θα παρέμενε ως είχε, ψυχρός και απόκοσμος. Δεν τους ενδιέφερε ο «καθαρός» ήχος, ήθελαν ο ακροατής να νιώθει πως βρίσκεται σε ένα δωμάτιο φωτισμένο μόνο από κεριά, περικυκλωμένος από κάτι αόρατο. Κάτι που ψιθυρίζει μέσα στο σκοτάδι. Και αυτό ακριβώς πέτυχαν.
Είναι εύκολο να δει κανείς το “A Blaze in the Northern Sky” σαν μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον των Darkthrone. Κομμάτια όπως τα “Paragon Belial”, “A Blaze in the Northern Sky” και “The Pagan Winter” αποτελούν επεξεργασμένες ιδέες από τις death metal μέρες τους. Αντίθετα, τα “Kathaarian Life Code”, “In the Shadow of the Horns” και “Where Cold Winds Blow” ανήκουν ολοκληρωτικά στον κόσμο του black metal. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι το πόσο αρμονικά δένουν τελικά μεταξύ τους. Αν δεν προσπαθήσεις επίμονη να εντοπίσεις τις διαφορές, δύσκολα θα τις αντιληφθείς.
Αυτό συμβαίνει γιατί η ουσιαστική αλλαγή δεν εντοπιζόταν μόνο στις συνθέσεις, αλλά στην ίδια την πρόθεση. Ακόμα και στα death metal σημεία των Darkthrone, ο τρόπος που έπαιζαν είχε πλέον μεταμορφωθεί. Αντί για την αποστειρωμένη τελειότητα του στούντιο, προτίμησαν την αμεσότητα, την ατμόσφαιρα και μια σχεδόν θρησκευτική αφοσίωση στην πιο αγνή πλευρά του metal.
Μια επίκληση πέρα από τα γνωστά όρια
Το “In the Shadow of the Horns” αποτυπώνει απόλυτα αυτό το πνεύμα. Πρόκειται για το πιο επιβλητικό κομμάτι του άλμπουμ, το οποίο εκπέμπει μια γκροτέσκα ενέργεια. Στο βάθος, το cowbell -με χαρτί τουαλέτας στο εσωτερικό του για να πνίγεται ο ήχος- χτυπά σαν καμπάνα θανάτου. Παράλληλα, η φωνή του Nocturno Culto αντηχεί λες και βγαίνει από τα βάθη της αβύσσου. Το τελικό αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο επίκληση παρά συμβατική μουσική.
Η άρνηση των Darkthrone να βγουν σε περιοδεία, η οριστική εγκατάλειψη των live εμφανίσεων και η σταδιακή απομόνωσή τους αποδεικνύουν ότι η αλλαγή δεν ήταν μόνο μουσική. Λειτούργησαν σαν παρίες που κινούνταν αποκλειστικά με τους δικούς τους όρους. Αυτή η στάση δεν τους εξασφάλισε απλώς το cult status που διατηρούν μέχρι σήμερα, αλλά επαναπροσδιόρισε την ίδια την έννοια του να είσαι extreme metal μπάντα.
Ενώ άλλα συγκροτήματα αξιοποιούσαν τις ζωντανές εμφανίσεις για να επεκτείνουν την επιρροή τους, οι Darkthrone επέλεξαν την αντίθετη διαδρομή. Η απόσυρσή τους από τα φώτα της δημοσιότητας έκανε τους δίσκους τους να φαντάζουν περισσότερο ως σκοτεινές μεταδόσεις από μια αόρατη δύναμη παρά ως τυπικές κυκλοφορίες. Με αυτή την περιφρόνηση προς τους κανόνες της μουσικής βιομηχανίας, δημιούργησαν ένα προηγούμενο για όλες τις μελλοντικές γενιές του black metal.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν έπαιζαν απλώς black metal, το βίωναν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το “A Blaze in the Northern Sky” να μην αποτελεί μια απλή κυκλοφορία από το σκοτάδι, αλλά την ίδια του τη μετουσίωση. Ήταν η γέννηση ενός έργου που θα επιβίωνε πολύ μετά από εκείνους που το δημιούργησαν. Η επιρροή του στις επόμενες γενιές είναι αδιαμφισβήτητη, όχι μόνο για τον ήχο, αλλά κυρίως για την ωμή προκλητικότητα που το διαπνέει.
Οι Darkthrone αρνήθηκαν να συμβιβαστούν, διασφαλίζοντας πως το black metal θα παρέμενε μια τέχνη για τους outsiders. Ένας δίσκους για όσους τολμούν να ακούσουν έναν ήχο που μπορεί να τους βυθίσεί στη χιονοθύελλα. Και για όσους το έκαναν, δεν υπήρχε επιστροφή. Γιατί μερικές φωτιές, όταν ανάψουν, δεν σβήνουν ποτέ.
