Κλείνοντας μια δεκαετία δισκογραφίας και μετά από παρότρυνση του παραγωγού του, Mike Crossey (γνωστού από συνεργασίες με τους Nothing But Thieves, τον YUNGBLUD και τους Wolf Alice), ο Καναδοαμερικανός grandson – κατά κόσμον Jordan Benjamin – στο “Inertia”, τη νέα του στούντιο κυκλοφορία, επέλεξε να ηχογραφήσει όλη τη μουσική με τη χρήση πραγματικών οργάνων. Πρόκειται για μια πρακτική που μέχρι πρότινος χαρακτήριζε αποκλειστικά τις συναυλίες του και αποτελούσε το βασικό στοιχείο που διέκρινε τις ζωντανές του εμφανίσεις από τις στούντιο ηχογραφήσεις.
Ως αποτέλεσμα αυτής της επιλογής, ο ήχος του νέου υλικού είναι πλέον πιο παρεμφερής στα ακούσματά του, όπως οι Linkin Park και οι Rage Against the Machine, παρά απλώς επηρεασμένος από αυτά. Και τα σχήματα αυτά δεν αναφέρονται τυχαία, αφού ο ίδιος τα δηλώνει σταθερά ως επιρροές. Επιπλέον, τον περασμένο χειμώνα άνοιξε τις συναυλίες των Linkin Park και έχει συμμετοχές σε σόλο άλμπουμ των Morello και Shinoda. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει χάσει την ταυτότητά του, ούτε ως grandson ούτε ως εκπρόσωπος του “τωρινού” μουσικού κύματος.
Κατά βάση, τα κομμάτια του “Inertia” συνεχίζουν την κατεύθυνση του “I Love You, I’m Trying”, με διάρκεια συγκρατημένη (συνολικά, ο δίσκος δεν αγγίζει καν τα 30 λεπτά) και με ένα αισθητά πιο toned down ύφος. Ωστόσο, η λυρική ένταση παραμένει ακέραια, η γκρούβα είναι παρούσα (με τα συνεχή breakdowns να παίζουν ρόλο ουσίας και όχι απλής αισθητικής) και, όπως πάντα, μερικοί στίχοι σε κάθε κομμάτι να αφήνουν εκείνη την κοφτερή «επίγευση» που τον χαρακτηρίζει.
Ξεκινάμε περισσότερο με μια υπόσχεση εκδίκησης προς το αφηρημένο πρόσωπο των ιθυνόντων του status quo, με το “Bury You”, το οποίο έκανε πρεμιέρα φέτος ανοίγοντας τους Linkin Park στο Τέξας, λίγες εβδομάδες μετά τους τυφώνες και τις πλημμύρες στην πολιτεία – γεγονότα που αποτέλεσαν μόνο το προοίμιο της πολύνεκρης (και πασιφανώς κακοδιαχειρισμένης) τραγωδίας που θα ακολουθούσε τον Ιούλιο.

Τα πιο έντονα «αποτυπώματα» των Linkin Park εντοπίζονται μάλλον στα “You Made Me This Way” και στο – δυστυχώς πάντα επίκαιρο και πλέον καθιερωμένο τραγούδι του grandson σε κάθε άλμπουμ για τη νεανική βία και τις ένοπλες επιθέσεις σε πλήθη, στη χώρα όπου αυτά τα φαινόμενα είναι πιο συχνά – “Pull the Trigger”, ένα άριστο, αν και απαισιόδοξο, closer για τον δίσκο. Το κομμάτι πραγματεύεται την ενσωμάτωση της ακραίας βίας στην αμερικανική ψυχοσύνθεση και αφήνει μια αίσθηση μουδιάσματος, πιο έντονη από ό,τι τα υπόλοιπα.
Θεματικά, κινούμαστε ανάμεσα στην πολιτική του απολύτως επίκαιρου, τον γενικευμένο θυμό απέναντι στα «κατορθώματα» της Silicon Valley, το στρατιωτικό – και όχι μόνο – βιομηχανικό σύμπλεγμα, την αστυνομική βία και την ιδιότητα του καταναλωτισμού, των media και της τέχνης ως νέο «όπιο των μαζών». Το πρώτο single, “Brainrot”, τοποθετεί τη σχέση βαρβαρότητας και απάθειας μέσα σε ένα χρονικό τού πιο-σήμερα-πεθαίνεις (τουλάχιστον ετυμολογικά, αν και η κυριολεκτική ερμηνεία του τίτλου φαίνεται να επικρατεί).
Θεματικά, κινούμαστε ανάμεσα στην πολιτική του απολύτως επίκαιρου, τον γενικευμένο θυμό απέναντι στα «κατορθώματα» της Silicon Valley, το στρατιωτικό – και όχι μόνο – βιομηχανικό σύμπλεγμα, την αστυνομική βία και την ιδιότητα του καταναλωτισμού, των media και της τέχνης ως νέο «όπιο των μαζών». Το πρώτο single, “Brainrot”, τοποθετεί τη σχέση βαρβαρότητας και απάθειας μέσα σε ένα χρονικό τού πιο-σήμερα-πεθαίνεις (τουλάχιστον ετυμολογικά, αν και η κυριολεκτική ερμηνεία του τίτλου φαίνεται να επικρατεί).
Παίρνοντας φόρα απέναντι στο “Autonomous Delivery Robot”, εκφράζει το είδος οργής που σε κάνει να πετάς γλωσσοδέτες στο ρεφρέν για πλάκα και να απαριθμείς τις νεότερες τάσεις στην εταιρική προπαγάνδα και τη συλλογή δεδομένων στην υπόλοιπη διάρκεια, χωρίς τα οκτάνια να πέφτουν ποτέ ιδιαίτερα.
Συνεχίζοντας τους παραλληλισμούς με τους RATM, το “Little White Lies” θυμίζει λίγο “Fistful of Steel” και “Take the Power Back” και αγγίζει παρόμοια ζητήματα πολιτικής απραξίας και ιστορικής αφηγηματοποίησης. Το “God Is an Animal” παραλληλίζει (απτά) τη βιομηχανική κτηνοτροφία με τον αποικιοκρατικό μηχανισμό και τον ιδεολογικό του σκελετό, οραματιζόμενο την πτώση τους κάτω από έναν μαύρο ουρανό – λογικά υπό την υπόκρουση του action-packed “Bells of War”, το οποίο απορώ πώς δεν έγινε single.

Μένει το “Who’s the Enemy”, με τη συμμετοχή των Bob Vylan (το σχετικά μικρό verse του Bobby, μετά τη γέφυρα, είχε ηχογραφηθεί περίπου ένα χρόνο πριν θυμίσει στο Glastonbury τι εστί Streisand Effect), μια επανεξερεύνηση των μετώπων στις μεγάλες κοινωνικές μάχες – από τα τρανς δικαιώματα μέχρι τους Ζαπατίστας και τα παιδιά που στέκονται απέναντι σε στρατιώτες σε εμπόλεμες ζώνες. Κι όμως, νομίζω πως το κομμάτι καταλήγει πιο αισιόδοξο από το ίδιο το άλμπουμ.
Με το “Inertia”, ο grandson παραδίδει ίσως την πιο στιβαρή πολιτική του δήλωση μέχρι σήμερα, χτίζοντας έναν δίσκο με ενιαίο στίγμα, συνεπή θεματική και εκτελεστική σαφήνεια. Η στροφή στα φυσικά όργανα ενισχύει την αίσθηση εγγύτητας, κάνοντας το κάθε κομμάτι να ακούγεται σαν ζωντανή καταγραφή ενός συνεχούς αγώνα.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: grandson
Album: Inertia
Release Date: 05/09/2025
Label: XX Records, Create Music
Genre: Rap Rock, Alternative Rock
1. Bury You
2. Autonomous Delivery Robot
3. Brainrot
4. Self Immolation
5. You Made Me This Way
6. Little White Lies
7. God Is An Animal
8. Bells of War
9. Who’s The Enemy
10. Pull the Trigger
Producer: Mike Crossey
grandson: grandson (Φωνή), Leo Varalla (Κιθάρα), Maxwell Urasky (Μπάσο), (Κιθάρα), Andrew Migliore (Τύμπανα)
grandson: Inertia
Συνολικά, το "Inertia" ίσως αποτελεί το ιδανικότερο entry point για τον grandson, ειδικά για ακροατές με παραστάσεις από Linkin Park, Rage Against the Machine ή το πολιτικοποιημένο ροκ γενικότερα, τους οποίους ενδεχομένως να μην είχε «κερδίσει» μέχρι τώρα