Ο Christian Bale ανήκει σε εκείνη την κατηγορία ηθοποιών που δύσκολα περιγράφονται με όρους ύφους. Η πορεία του μοιάζει περισσότερο με διαδοχικές ρήξεις παρά με γραμμική εξέλιξη, σαν κάθε ρόλος να λειτουργεί ως άρνηση του προηγούμενου. Από πολύ νωρίς κατέστησε σαφές ότι δεν τον ενδιέφερε η ασφάλεια της επανάληψης, αλλά η πλήρης κατάδυση σε έναν χαρακτήρα, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται σωματική φθορά ή αφηγηματικό ρίσκο. Οι ερμηνείες που ξεχωρίζουν στην καριέρα του δεν συνδέονται τόσο με είδη ή επιτυχίες, όσο με μια επίμονη διερεύνηση της ταυτότητας: άνθρωποι διχασμένοι, εμμονικοί, αποκομμένοι από τον κόσμο γύρω τους. Εκεί, ανάμεσα στη σιωπή και την υπερβολή, ο Bale βρίσκει σταθερά τον χώρο του, μετατρέποντας κάθε ρόλο σε αυτόνομη μελέτη χαρακτήρα.
Jim / Jamie Graham (Empire of the Sun)
Η ερμηνεία του Christian Bale στο “Empire of the Sun” ξεχωρίζει γιατί αποφεύγει την παγίδα του εντυπωσιακού παιδικού δράματος. Ο Jim δεν παρουσιάζεται ως σύμβολο αθωότητας που χάνεται, αλλά ως παιδί που προσαρμόζεται, συχνά με τρόπους που σοκάρουν. Ο Bale καταγράφει αυτή τη μετάβαση με φυσικότητα, χωρίς συναισθηματικούς τονισμούς που θα πρόδιδαν επίγνωση του “μεγάλου ρόλου”. Η σχέση του χαρακτήρα με τον πόλεμο είναι αντιφατική: φόβος, θαυμασμός, σύγχυση συνυπάρχουν. Αυτό δίνει στην ερμηνεία μια πολυπλοκότητα σπάνια για τόσο νεαρή ηλικία. Ακόμη και όταν ο Jim σκληραίνει, παραμένει αναγνωρίσιμος, όχι αλλοιωμένος. Εκ των υστέρων, ο ρόλος μοιάζει προφητικός για την καριέρα του Bale, όχι λόγω τεχνικής, αλλά λόγω ενστίκτου και πειθαρχίας.
Patrick Bateman (American Psycho)
Ο Patrick Bateman είναι μια ερμηνεία χτισμένη πάνω στην ένταση μεταξύ επιφάνειας και κενού. Ο Christian Bale ερμηνεύει μια ιδέα ανθρώπου, κάποιον που έχει μάθει να μιμείται την κανονικότητα χωρίς να την κατανοεί. Η ακρίβεια στις κινήσεις, το τεχνητό χαμόγελο, η σχεδόν παιδική ευχαρίστηση με την οποία εξηγεί pop μουσική, συνθέτουν έναν χαρακτήρα που είναι ταυτόχρονα αστείος και βαθιά ανησυχητικός. Αυτό που κάνει την ερμηνεία να ξεχωρίζει είναι ότι ο Bateman του δεν εξηγείται ψυχολογικά, παρουσιάζεται σαν προϊόν ενός κόσμου που έχει αντικαταστήσει την ταυτότητα με την εικόνα. Ο Bale το καταφέρνει κρατώντας μία απόσταση που μετατρέπει τη σάτιρα σε κάτι σχεδόν τρομακτικά ψυχρό.
Trevor Reznik (The Machinist)
Πολλοί μνημονεύουμε τον Christian Bale για τον ρόλο του Trevor Reznik λόγω της σωματικής μεταμόρφωσης, όμως αυτό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ο Bale χρησιμοποιεί το σώμα του σαν αφηγηματικό εργαλείο, με την ουσία να βρίσκεται στον τρόπο που κινείται μέσα στον χώρο, σαν να μην ανήκει πουθενά. Η φωνή του είναι χαμηλή, σχεδόν αποσυνδεδεμένη, και το βλέμμα του μοιάζει πάντα λίγο εκτός εστίασης, σαν ο Reznik να παρακολουθεί τη ζωή του από απόσταση. Επιπλέον, ο Bale καταφέρνει κάτι δύσκολο: να κάνει έναν χαρακτήρα σχεδόν απωθητικό να προκαλεί συμπόνια, χωρίς ποτέ να τον εξωραΐζει.
Michael Burry (The Big Short)
Ο Michael Burry είναι ένα σεμινάριο του πώς να χτίσεις έναν χαρακτήρα που λειτουργεί με διαφορετικό ρυθμό από τον κόσμο γύρω του. Οι παύσεις, οι αμήχανες σιωπές και η σχεδόν πλήρης αδιαφορία για κοινωνικούς κώδικες δημιουργούν έναν άνθρωπο που δεν είναι αντικοινωνικός από επιλογή, αλλά από ασυμβατότητα. Αυτό που ξεχωρίζει είναι η απουσία ηρωισμού: ο Burry παρουσιάζεται ως κάποιος που βλέπει ένα μοτίβο και ακολουθεί τη λογική του μέχρι τέλους. Ο Christian Bale τονίζει αυτή την ψυχρή συνέπεια χωρίς να την εξιδανικεύει. Ακόμη και στις στιγμές δικαίωσης, υπάρχει μια μελαγχολία, σαν η επιβεβαίωση να μην προσφέρει καμία πραγματική ανακούφιση.
Irving Rosenfeld (American Hustle)
Στον Irving Rosenfeld, ο Christian Bale, από την πρώτη σκηνή, παρουσιάζει έναν χαρακτήρα σαν κατασκευή, όχι μόνο κοινωνική αλλά και σωματική. Η ερμηνεία ισορροπεί ανάμεσα στην αυτοπεποίθηση και την ανασφάλεια, με μικρές ρωγμές να εμφανίζονται συνεχώς κάτω από την επιφάνεια. Ο Rosenfeld δεν είναι χαρισματικός με τον κλασικό τρόπο, είναι επίμονος, πεισματάρης και συχνά κουρασμένος. Ο Bale εκμεταλλεύεται αυτή την κούραση για να δώσει βάθος σε έναν ρόλο που θα μπορούσε εύκολα να γίνει ρηχός. Ιδιαίτερα στις σκηνές σιωπής, ο χαρακτήρας μοιάζει να σκέφτεται διαρκώς πώς να επιβιώσει συναισθηματικά, και ενώ τελικά ίσως να μην τον συμπαθήσουμε ποτέ, σίγουρα θα τον καταλάβουμε.
Bruce Wayne / Batman (The Dark Knight trilogy)
Να μιλήσουμε αρχικά για τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Ναι, τα “Batman” του Tim Burton είναι εξαιρετικά και ο Michael Keaton κάνει σπουδαία δουλειά ως Σκοτεινός Ιππότης, αλλά ο Christian Bale είναι άλλη κλάση ηθοποιού και η ερμηνεία του σαφώς πιο πολύπλευρη. Ο Bale αντιμετωπίζει τον Batman όχι ως σύμβολο αλλά ως φθορά. Από το “Batman Begins” μέχρι το “The Dark Knight Rises”, ο χαρακτήρας λειτουργεί σαν μια συνεχής διαπραγμάτευση ανάμεσα στην ευθύνη και την εξάντληση. Εκεί που άλλοι ηθοποιοί παίζουν τον διχασμό μάσκας–ανθρώπου με εξωτερικά μέσα, ο Bale τον χτίζει εσωτερικά: στο βλέμμα, στη στάση του σώματος, στην κούραση που συσσωρεύεται από ταινία σε ταινία. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ως Bruce Wayne αποφεύγει τον εύκολο κυνισμό ή τη γοητεία του playboy, επιλέγοντας έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί τον πλούτο του σχεδόν μηχανικά. Έτσι, το arc δεν είναι ηρωικό με την κλασική έννοια, αλλά υπαρξιακό, και αυτό εξηγεί γιατί η εκδοχή του παραμένει η καλύτερη.
Dicky Eklund (The Fighter)
Η ερμηνεία του Christian Bale ως Dicky Eklund είναι εκρηκτική, αλλά ποτέ χαοτική. Παρά την έντονη υπερκινητικότητα, ο χαρακτήρας διατηρεί μια εσωτερική λογική: είναι ένας άνθρωπος που ζει παγιδευμένος στη δική του αφήγηση. Ο Bale δεν τον αντιμετωπίζει σαν καρικατούρα εθισμού, αλλά σαν κάποιον που έχει ανάγκη να πιστεύει ότι παραμένει σημαντικός. Η ενέργεια του Dicky γεμίζει το κάδρο, συχνά εις βάρος των άλλων χαρακτήρων, και αυτό ακριβώς υπηρετεί την ιστορία. Υπάρχει όμως και μια υπόγεια θλίψη, κυρίως στις στιγμές που ο χαρακτήρας μένει μόνος ή αδυνατεί να ελέγξει το σώμα του. Εκεί, η ερμηνεία χαμηλώνει, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο που ξέρει, έστω και στιγμιαία, ότι έχει ήδη χάσει.
Honorable mentions: Captain Joseph Blocker (Hostiles), Russell Baze (Out of the Furnace), John Connor (Terminator Salvation), Arthur Stuart (Velvet Goldmine), Theodore “Laurie” Laurence (Little Women), Jack Rollins / Pastor John (I’m Not There), Dieter Dengler (Rescue Dawn), Ken Miles (Ford v Ferrari)
Alfred Borden (The Prestige)
Αφού φτάνουμε στην κορυφή, προχωρούμε σε μία ερμηνεία επίδειξης ικανοτήτων από τον Christian Bale. Στον ρόλο του Alfred Borden, έναν χαρακτήρα που βασίζεται στην απόκρυψη, η ερμηνεία απαιτεί ακρίβεια και αυτοσυγκράτηση, όχι εντυπωσιασμό. Ο Bale παίζει με μικρές διαφοροποιήσεις στη στάση και τον τόνο, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα που μοιάζει συνεχώς μισός, ακόμη κι αν δεν γνωρίζεις γιατί. Η ιδέα της θυσίας ενσωματώνεται στην καθημερινότητα του Borden, στον τρόπο που αντιμετωπίζει τις σχέσεις, την τέχνη και τον ίδιο του τον εαυτό. Όταν η ταινία αποκαλύπτει το «μυστικό» της, η ερμηνεία αντέχει σε επανεξέταση, κάτι σπάνιο. Αυτό το πετυχαίνει επειδή ο Bale δεν «παίζει» την ανατροπή, την έχει ήδη ενσωματώσει από την πρώτη σκηνή, με απόλυτο έλεγχο.
