Μαζευτείτε, θα απαγγείλω. Οι Sikth είναι ίσως η πιο υποτιμημένη μπάντα στον ακραίο ήχο και δεν μιλάμε αρκετά για αυτούς. Πριν από κάποιο διάστημα, μπήκα στο τρυπάκι να ξαναπιάσω μπάντες που είχαν τρυπώσει βαθιά στο υποσυνείδητό μου. Με αφορμή την ανακοίνωση της εμφάνισης των Sikth στο ArcTanGent φέτος το καλοκαίρι, αποφάσισα να λιώσω τη δισκογραφία τους και ήθελα να κάνω ειδική μνεία στο σοκαριστικό τους ντεμπούτο.
Πρέπει να σκεφτούμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κυκλοφόρησε το “The Trees Are Dead & Dried Out, Wait For Something Wild”. Η μπάντα έσκασε σαν κομήτης από το Watford της Αγγλίας το μακρινό 2003. Σε μια περίοδο που το nu-metal άρχιζε να σβήνει και το metalcore βρισκόταν σε πλήρη άνθιση, οι Sikth έμοιαζαν εντελώς εξωγήινοι για τα δεδομένα της βρετανικής σκηνής. Έφεραν στο τραπέζι έναν ήχο τόσο φρέσκο, χαοτικό και περίεργο, που σχεδόν κανείς δεν ήξερε πώς να τον διαχειριστεί ή πώς να τον προωθήσει εμπορικά.
Ένα χαοτικό μουσικό μίγμα
Από πού να το πιάσω και πού να το αφήσω. Το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι ένα συνονθύλευμα progressive, noise, math-rock, math-core, jazz, groove και Faith No More on steroids. Το φωνητικό δίδυμο των Goodman και Hill εναλλάσσει τη δυναμική του μεταξύ σκισμένων screams και σχεδόν Patton-ικών φωνητικών, δίνοντας ένα εξωπραγματικό αποτέλεσμα. Οι κιθάρες των Pinney και Weller είναι τόσο απολαυστικά τεχνικές και χαώδεις, που σου γαργαλάνε τον εγκέφαλο.

Το μπάσο του Leach σλαπάρει ανελέητα και γεμάτα, τονίζοντας άριστα την πειραματική αισθητική του δίσκου. Φυσικά, χωρίς τα τύμπανα του Foord και την ακραία τεχνική του, δε θα μιλούσαμε για το φαινόμενο των Sikth. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως το μεγαλύτερο μέρος της τρομερής παραγωγής του δίσκου έγινε από το ίδιο το συγκρότημα (με τη βοήθεια του Andrew Scarth), αποδεικνύοντας πόσο διαβασμένοι και συνειδητοποιημένοι μουσικοί είναι.
Η επιρροή και το ταξίδι της ακρόασης
Ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελεί τρανό παράδειγμα της επιρροής τους στο genre του djent και ειδικά στις μπάντες που έγιναν γνωστές στα τέλη των ‘00s και στις αρχές των ’10s. Ακόμα και τώρα, 20 και πλέον χρόνια μετά, αποδεικνύεται πόσο μπροστά από την εποχή τους ήταν οι Sikth και πόσο σύγχρονο ακούγεται το υλικό τους. Ίσως ο κόσμος τότε να μην ήταν έτοιμος να τους αγκαλιάσει με την αγάπη που τους άξιζε.
Για να είμαι ειλικρινής όμως, ο εν λόγω δίσκος δεν είναι για όλους. Μπορεί να φανεί κουραστικός λόγω της διάρκειάς του, οπότε κάποιος πρέπει να είναι οπαδός του ήχου ή έστω να έχει τη διάθεση να πειραματιστεί με τα ακούσματά του για να τον εκτιμήσει πραγματικά. Σε καλεί να τον αντιμετωπίσεις ως ένα ταξίδι, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις τον προορισμό και τα συναισθήματα που θα σου ξυπνήσει.
Από το γκρουβάτο και βίαιο εναρκτήριο “Scent Of The Obscene”, τα υπερβολικά τεχνικά, υστερικά αλλά ταυτόχρονα μελωδικά “Skies Of Millenium Night”, “Wait For Something Wild” και “Can’t We All Dream”, μέχρι την ίσως πιο πειραματική διασκευή του “Tupelo” του Nick Cave, πρόκειται για έναν τόσο έξυπνα δομημένο δίσκο, που σε κάθε ακρόαση ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο.
Στίχοι και οπτική αισθητική
Πέρα από το πόσο τεχνικό, avant-garde και ταυτόχρονα ατμοσφαιρικό είναι το άλμπουμ, μεγάλο highlight αποτελούν οι στίχοι του Goodman. Σουρεαλιστικοί, ψυχωτικοί και θεατρικοί, πασπαλισμένοι με κοινωνικό και περιβαλλοντικό προβληματισμό. Σε κολλάνε στον τοίχο, σε κάνουν να αντιμετωπίσεις τις πιο βαθιές και σκοτεινές σου σκέψεις και να αναρωτηθείς τι είναι πραγματικό και τι ονειρικό.

Η θεατρική και ψυχωτική περσόνα της μπάντας περνούσε ξεκάθαρα και στην οπτική τους αισθητική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα θεότρελα βίντεο κλιπ που έχτιζαν τον μύθο τους. Η οπτικοποίηση του “How May I Help You?”, με το χαρακτηριστικό και ελαφρώς ανατριχιαστικό animation, έδεσε τέλεια με τον παρανοϊκό χαρακτήρα της μουσικής τους και πρόσφερε μια ολοκληρωμένη, σχεδόν κινηματογραφική εμπειρία σε όποιον το παρακολουθούσε. Το συγκρότημα σε ανάγκαζε να βυθιστείς στον δικό του παράξενο κόσμο, γεμάτο παραμόρφωση και εφιάλτες.
Το “The Trees Are Dead & Dried Out, Wait For Something Wild” είναι ένας δίσκος που γεφυρώνει διαφορετικά είδη, κάτι που υπό άλλες συνθήκες και με λιγότερο ικανούς μουσικούς δε θα λειτουργούσε. Πραγματικά σου ανοίγει τους ορίζοντες και αν επιλέξεις να τον ακούσεις, θα σε κάνει να δεις διαφορετικά τον κόσμο γύρω σου.



