Το να δεις ζωντανά έναν καλλιτέχνη όπως ο Jozef Van Wissem είναι από μόνο του ένα προνόμιο. Οι ατμόσφαιρες και τα ηχοτοπία του μαθεύτηκαν μεν μέσα από το Only Lovers Left Alive αλλά έχει και έναν αξιοπρόσεκτο κατάλογο πέραν αυτού. Φυσικά αν κάτι χαρακτηρίζει τις νότες του είναι οι κινηματογραφικοί συνειρμοί που προκαλούν χωρίς να χρειαστεί να δηλωθούν ως «προϋπόθεση».
Μοιάζουν βγαλμένες από το σελιλόιντ ακόμα κι όταν δεν παράγονται για να χρησιμοποιηθούν σε αυτό. Και οι συνθέσεις του έχουν ντύσει κι άλλες ταινίες ενώ έχει «αναμετρηθεί» και με το Nosferatu του Murnau. Προφανώς με την είδηση πως θα επισκεφθεί την Αθήνα για να παρουσιάσει ένα soundtrack συνοδευτικό του Εργαστηρίου του Δρος Καλιγκάρι δεν άργησε να φέρει το αναμενόμενο sold out.

Και το να βλέπεις το Arch με τραπέζια, καρέκλες και κεριά από ‘κει που θυμάσαι να πέφτει ξύλο σωρηδόν στους Black Flag ήταν ένα μικρό σοκ από μόνο του. Αλλά όλα προμήνυαν ένα αρκούντως ατμοσφαιρικό δρώμενο.
Jozef Van Wissem
Kαι έκατσε στο σκαμπό του με το λαούτο του μέχρι το κλείσιμο με τον βόμβο της ηλεκτρικής κιθάρας η μυσταγωγία είχε τον πρώτο λόγο. Άλλοτε αρχαϊκά μυστηριακός, άλλοτε μεταμοντέρνα υπαινικτικός, ο Van Wissem αξιοποίησε τον μινιμαλισμό του σε έναν πειραματισμό που έντυσε με ενδιαφέροντα τρόπο τα καρέ του Wiene. Από πράξη σε πράξη διαφοροποιούσε τα ηχοχρώματα με βάση τη συνολική διάθεση της κάθε σεκάνς και όχι με τα επί σκηνής τεκταινόμενα.

Δεν ήταν, δηλαδή μια «by the second» ερμηνεία των καρέ αλλά μια συνολική απόδοση της θεματικής που απεικονιζόταν. Η εισαγωγική σκηνή είχε μυστήριο τόνο, το πανηγύρι samples από αντίστοιχα γεγονότα, η καταδίωξη ένα ρυθμικό drum machine, το κατράμι του επιλόγου κιθαριστικό drone.
Όσο και να ένιωσα ότι ναι, ήταν μια πάρα πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία, δεν παύω να έχω αντιρρήσεις φυτουκλίστικου χαρακτήρα. Δεν αναφέρομαι σε στιγμές που φάνηκε ο συγχρονισμός να μην επιτυγχάνεται πλήρως, αυτό είναι επόμενο και μπορεί να μην είναι στις προθέσεις του δημιουργού. Να μην τον αφορά ένα συμβατικό soundtrack που θα πατά στους κανόνες της «ακαδημαϊκής» κινηματογραφικής σύνθεσης. Ωστόσο υπήρξαν κάποια σημεία που όντως ένιωσα ότι θα μπορούσαν να έχουν γίνει διαφορετικά.
Θα ήθελα για παράδειγμα μεγαλύτερη πληθωρικότητα στις ιδέες που έφερνε στο τραπέζι. Υπήρξαν κάποιες στιγμές που αισθάνθηκα ότι επαναλαμβανόταν επικίνδυνα και όχι στην ίδια πράξη αλλά σε διαφορετικές μεταξύ τους. Σίγουρα ο μινιμαλισμός φέρνει και την επανάληψη αλλά κάπου αισθάνθηκα ότι ήθελα και κάτι ακόμα.


















Σε σημεία ένιωθα ότι υπήρχε και ένας αέρας διεκπεραίωσης και αχρείαστων απλωμάτων που δεν πρόσφεραν κάτι παραπάνω οπότε σχεδόν ξέχναγα τι ακριβώς συμβαίνει και επικεντρωνόμουν στην ταινία σα να μην έχει μουσική. Μια ταινία την οποία έχω δει κοντά τριψήφιο αριθμό επαναλήψεων και που δεν πόνταρα σε αυτήν αλλά στη μουσική ως το βασικό δέλεαρ της βραδιάς. Κι όμως, συνέβη.
Αλλά αυτό που σχεδόν δε συγχωρώ είναι το κλείσιμο. Ακόμα και αν θέλουμε να είμαστε αιρετικοί, κάποια πράγματα δε σηκώνουν αντίρρηση. Και το γεγονός ότι μια ταινία όπως η συγκεκριμένη κλείνει με μια ξεκάθαρη «παρεμβολή» που κλείνει την πόρτα σε όποια αμφισβήτηση της άρχουσας τάξης (και δη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης) πρέπει να τονίζεται και ανάλογα.
Συνεπώς το να ντύνεις τη σκηνή που προηγείται της σεναριακής ανατροπής με τους ίδιους ήχους με αυτούς με τους οποίους ντύνεις την τελική σεκάνς και τον πολιτικά τρομακτικό χαρακτήρα της, δε λειτουργεί εξίσου καλά. Γιατί η διαφορά μεταξύ της κατάδειξης του δυνάστη και της απόρριψης της κριτικής του υποκειμένου ως «αναξιόπιστο αφηγητή» έχουν συζητηθεί και θεμελιωθεί δεκαετίες στον κινηματογραφικό διάλογο.
Οπότε εκεί αισθάνθηκα πως όφειλε να υπάρχει κάτι παραπάνω ή έστω μια πιο ξεκάθαρη διαφοροποίηση. Για το πολιτικό σχόλιο του πράγματος που ναι, ήταν παρόν αλλά όχι με τόση διαύγεια συνθετικά.

Όπως και να έχει, ο Van Wissem μουσικός είναι και όχι ακαδημαϊκός του κινηματογράφου. Δεν μπορώ να του προσάψω με λύσσα οποιαδήποτε κριτική τέτοιου τύπου γιατί δεν μπορώ να επέμβω στην τέχνη που του γεννά στο μυαλό του ένα αριστούργημα. Και θα ήμουν ηλίθιος να το επιχειρήσω κιόλας. Στο κάτω-κάτω εγώ ήμουν που ανατρίχιασα σε στιγμές με τους ήχους που έντυναν σκηνές που ξέρω απέξω. Και μαζί με εμένα όλο το κοινό του Arch. Με τις υγείες μας.



