Αν κάτι ανθίζει την τελευταία δεκαπενταετία στην παγκόσμια σκηνή, είναι οι μπάντες των πιο extreme subgenres. Μία από αυτές, που μας έχει κάνει να παραμιλάμε, είναι οι Full Of Hell. Με αφορμή την παρθενική τους εμφάνιση στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2026 στη θρυλική υπόγα του An Club, νιώθω την ανάγκη να μιλήσω για το γκρουπ που με έκανε να αγαπήσω ακόμα περισσότερο το grindcore και το powerviolence.
Τα πρώτα βήματα στο χάος
Ξεπηδώντας το 2009 από το Maryland και την Pennsylvania, και παίρνοντας το όνομά τους από το ομώνυμο κομμάτι των Entombed, τάραξαν τα νερά της σκηνής με την ωμή, χαοτική, επιθετική και πειραματική μουσική τους.
Ο ήχος τους γεφυρώνει επιρροές από grindcore, powerviolence, death metal και ambient/drone, ξεχωρίζοντας από άλλα σχήματα του χώρου, αφού παίζουν με τα όριά τους από κυκλοφορία σε κυκλοφορία. Πρόκειται για ένα συνεχές πείραμα ακραίου και βίαιου ήχου, που τεστάρει τα όρια του εγκεφάλου και δημιουργεί τεράστια ανυπομονησία για κάθε νέο δίσκο και live εμφάνιση.

Ο πυρήνας της μπάντας ορίζεται ξεκάθαρα από τον Dylan Walker και τον Dave Bland. Ο Walker αποτελεί την κινητήρια δύναμη του πρότζεκτ, με τα δαιμονισμένα shrieks του και τον τρόπο που χειρίζεται τα noise electronics να αποτελούν το βασικό τους σήμα κατατεθέν, ενώ παράλληλα τα τύμπανα του Bland παραδίδουν σεμινάριο στο σύγχρονο extreme drumming. Η χημεία τους δημιουργεί ένα ασταμάτητο ηχητικό οπλοστάσιο, ικανό να ισοπεδώσει τον κάθε ακροατή.
Δισκογραφικά, η αρχή γίνεται με το χαοτικό και ασφυκτικό “Roots Of Earth Are Consuming My Home” του 2011. Ο δίσκος αποτελεί μια γερή μπουνιά στην ανθρώπινη ύπαρξη, καθώς μιλάει για τη φυσική αποσύνθεση και τη σχέση μας με τη φύση ως μια οντότητα που σε καταπίνει. Τα πιο δυνατά κομμάτια, όπως τα “Asphyxiant Blessing”, “The Bed Is Burning” και “Earth Is A Cage”, συνοψίζουν ξεκάθαρα την παραπάνω θεματική.
Το 2013, με το “Rudiments Of Mutilation”, παίζουν πιο δομημένο grindcore, ρίχνοντας στο τραπέζι πιο βαριά riffs και έντονες death metal επιρροές. Πρόκειται για έναν δίσκο που καταπιάνεται με τη σωματική βία, την αυτοκαταστροφή, τον εσωτερικό πόνο και τη σωματική και ψυχική παραμόρφωση. Όλα αυτά μπαίνουν σε πρώτο πλάνο μέσα από τα εξαιρετικά “Feral Backlash”, “The Lord Is My Light” και “Necropolice”.
Η δύναμη των splits και των συνεργασιών
Οι Full Of Hell φημίζονται για τις τρομερές συνεργασίες και τα splits που έχουν κυκλοφορήσει ανά τα χρόνια. Φυσικά, μπαίνει στη συζήτηση το έπος με τους Ιάπωνες Merzbow από το 2014. Μιλάμε για pure noise και μια δομή που σε κάνει να καταρρέεις από την ψυχολογική υπερφόρτωση, μέσα από έναν ήχο τόσο εκκωφαντικό που σε αποδιοργανώνει, ενώ ταυτόχρονα μπαίνει σε instant repeat. Τα ασφυκτικά highlights του split, “Burning Myrrh” και “Blue Litmus”, θα σε στοιχειώνουν για πάντα.

Το σερί των splits συνεχίζεται με το αργό, βασανιστικό και οριακά τελετουργικό “One Day You Will Ache Like I Ache” του 2016 μαζί με τους The Body. Αν έπρεπε να περιγράψω τον συγκεκριμένο δίσκο, θα έλεγα πως μοιάζει με μία μαύρη τρύπα που σε ρουφάει στο βαθύ σκοτάδι, με τα “Fleshworks” και “The Little Death” να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η απόλυτη ωρίμανση και το σήμερα
Το ιδανικό album για να τους γνωρίσει κάποιος είναι το “Trumpeting Ecstasy” του 2017. Αν έπρεπε να κρατήσω κάποιον δίσκο από όλη τους την πορεία, θα διάλεγα σίγουρα αυτόν. Το άλμπουμ καταπιάνεται με τη θρησκευτική παρακμή, το πνευματικό κενό και τη βαθιά υπαρξιακή κρίση, γεμάτο με μπόλικα noise στοιχεία και electronics. Ο δίσκος πρέπει να ακουστεί στην ολότητά του για να καταλάβει κάποιος το πραγματικό του impact, γι’ αυτό και δεν ξεχωρίζω συγκεκριμένα κομμάτια.
Το 2019 τους βρίσκει με το στιβαρό και πεντακάθαρο grind/death “Weeping Choir”. Η παραγωγή είναι πιο συμπαγής, ρίχνοντας τους noise τόνους, και η θεματολογία κινείται γύρω από τον θάνατο και τη μεταθανάτια φθορά μέσα από μία τελετουργική αίσθηση. Το χάος που νιώθουμε, η μαυρίλα και ο θρήνος απέναντι στον εαυτό μας οπλοποιούνται και μετατρέπονται σε μία μεταφυσική εμπειρία για τον ακροατή, με τα “Silmaril” και “Armory Of Obsidian Glass” να κρατούν τα ηνία.
Μέσα στην πανδημία κυκλοφορούν τον πιο straightforward δίσκο τους, το “Garden Of Burning Apparitions” του 2021, όπου η death metal και groove δομή βγαίνει πιο έντονα προς τα έξω. Η βαρύτητα της θεματικής παραμένει τεράστια, βάζοντας σε πρώτο πλάνο τον καθημερινό τρόμο και την κοινωνική σήψη, δημιουργώντας το πιο ταιριαστό soundtrack για εκείνη την περίοδο. Είναι άλλος ένας δίσκος που απαιτεί ακρόαση από την αρχή μέχρι το τέλος για να τον εκτιμήσεις πραγματικά.

Το 2023 επιστρέφουν με δύο ακόμα εξαιρετικά collabs, το “When No Birds Sang” μαζί με τους Nothing και το “Suffocating Hallucination” με τους στιβαρούς Primitive Man. Στη συνεργασία με τους Nothing, η shoegaze μελαγχολία δένει με ένα βαρύ noise συναίσθημα και χτίζει μια τρομερή ατμόσφαιρα που σε εκπλήσσει. Στην περίπτωση των Primitive Man μιλάμε ίσως για το καλύτερο collaborative album των τελευταίων ετών στον extreme ήχο, ένα αργόσυρτο doom/noise που σε συνθλίβει, σε πιέζει σωματικά και σε αποπροσανατολίζει ψυχολογικά.
Το “Coagulating Bliss” του 2024 είναι ξεκάθαρα ο πιο δύσκολος δίσκος τους. Μιλάμε για ένα άκρως πειραματικό project γεμάτο έντονα noise layers που σκάει σαν κρίση πανικού, προκαλώντας τεράστια σωματική και ψυχική δυσφορία. Αποτελεί έναν δίσκο εκτός συμβατικής δομής, αρκετά δυνατό για να σε κάνει να αμφισβητείς τι είναι πραγματικό.
Λίγους μήνες πριν την παρθενική τους εμφάνιση στα μέρη μας, σκάει το κινηματογραφικό και επικό “Broken Sword, Rotten Shield” του 2025. Εδώ οι εναλλαγές ανάμεσα σε grindcore, sludge και industrial βγαίνουν άρτια δομημένες, με τη θεματική να ενισχύει το concept μέσα από την κατάρρευση της εξουσίας, τον εσωτερικό πόλεμο και ένα σύστημα που έχει αποτύχει πλήρως στον σκοπό του. Ο δίσκος αποτελεί το ιδανικό soundtrack αν αγαπάς το «theatre of the absurd», δανειζόμενη τα λόγια του αείμνηστου David Lynch.
Συνολικά, οι Full Of Hell στέκονται ως μία από τις πιο ολοκληρωμένες μπάντες του extreme ήχου, φέρνοντας το ανθρώπινο σκοτάδι και την κοινωνική σήψη στην πρώτη γραμμή. Πρόκειται για μία μπάντα που λειτουργεί ως σύντροφος στα πιο σκοτεινά μονοπάτια του μυαλού μας, γεμίζοντάς μας ανυπομονησία για να ζήσουμε αυτή την εμπειρία ζωντανά.



