Δεδομένης της γενικότερης φρενίτιδας με το live των Metallica, νιώθω μια ανάγκη να εκφραστεί μια άποψη αντίθετη, αλλά όχι στο πλαίσιο του χουλιγκανισμού και της αντιπαράθεσης σε σοσιαλμιντιακά σχόλια και threads. Ήρθε μία από τις πιο επιδραστικές και εμπορικές μπάντες του πλανήτη στη χώρα μας. Ναι; Ναι. Κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό. Κανείς δεν αμφισβητεί την προσφορά τους στο metal ή στην ιστορία του είδους που τόσοι και τόσο αγαπάμε. Ενδεχομένως και στην ιστορία της μουσικής γενικότερα.
Πρέπει όμως να καταλάβουμε επιτέλους με τι μέτρα και σταθμά μιλάμε. Άλλη η δουλειά του ναύτη, άλλη του καντηλανάφτη. Οι Metallica (και οι κάθε αντίστοιχοι Metallica), με τόση εμπορικότητα, προβολή κ.λπ., υπερβαίνουν το metal και κυρίως υπερβαίνουν τον μικρόκοσμο των μεταλλάδων. Πώς να το κάνουμε; Και ο influencer θα έρθει, και ο σκυλάς, και αυτός που ακούει ΛΕΞ, και αυτός που ακούει Σπανού.
Μπορούμε όμως ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε ότι η εμπορευματοποιημένη τέχνη σταματά να είναι τέχνη και (εκτός των άλλων) γίνεται αντικείμενο βοράς για τα θηρία, σε σημείο που γίνεται τεχνοκρατικό και καπιταλιστικό προϊόν; Μπορούμε επίσης να καταλάβουμε ότι η τέχνη ενέχει χαρακτήρα όχι μόνο θεάματος, αλλα συναισθηματικό, και κοινωνικοπολιτικό; Μιλάμε για μια πραγματικότητα όπου πλέον ο καθένας έχει την ίδια πρόσβαση σε μια παραγωγή. Και όπως ο influencer πήγε στους Metallica, έτσι και κάποιοι που βλέπουν Σεφερλή έκαναν sold out όλες τις παραστάσεις του Τερζόπουλου, από την Επίδαυρο μέχρι την Κάτω Ραχούλα.
Όλα αυτά δεν είναι απαραίτητα αρνητικά. Ο καθένας πρέπει και οφείλει να έχει πρόσβαση σε κάθε πολιτισμικό αγαθό. Η τέχνη όμως δεν είναι το ίδιο με τη διασκέδαση, ανάγεται σε κάτι πολύ πιο πνευματικό. Όσοι έχουμε παιδέψει το μυαλό μας για οποιαδήποτε μορφή τέχνης, οφείλουμε να την αντιμετωπίζουμε με έναν σεβασμό και, κατά την άποψή μου, να προσπαθούμε να μεταφέρουμε αυτόν τον σεβασμό και στους υπόλοιπους.

Καλώς ή κακώς, όλα τα συστήματα είναι ταξικά και η πρόσβαση στην παιδεία και την τέχνη δεν ήταν πάντα πραγματικά ισότιμη. Οι ανώτερες τάξεις ιστορικά είχαν τον χρόνο, τα μέσα και την καλλιέργεια να προσεγγίσουν μορφές τέχνης που απαιτούσαν μεγαλύτερη εξοικείωση, ενώ στις λαϊκές τάξεις προσφερόταν κυρίως μαζική ψυχαγωγία. Ωστόσο σήμερα, που η πρόσβαση στην πληροφορία και στην τέχνη είναι θεωρητικά ανοιχτή για όλους, γιατί το gatekeeping συνεχίζει να υπάρχει;
Γιατί ζητάμε από αυτόν που είναι δίπλα μας σε μια συναυλία ή σε μια παράσταση να ξέρει τι πάει να δει και κυρίως ΓΙΑΤΙ πάει να το δει. Να μη τρώει πατατάκια και να μην ανοίγει 45 αναψυκτικά την ώρα που ένας άνθρωπος χτυπιέται πάνω σε μια σκηνή. Είναι κακό να μη θέλουμε οι γύρω μας να φέρονται λες και είναι στο σαλόνι τους στον δημόσιο χώρο; Φυσικά, αν δεν σέβεσαι τον διπλανό σου, δεν μπορείς να σεβαστείς και τον καλλιτέχνη, αλλά μάλλον αυτό είναι άλλη κουβέντα.
Επιστρέφοντας στο θέμα μου, στην εποχή που η πρόσβαση στην πληροφορία είναι αδιανόητα εύκολη, θεωρώ -αν μη τι άλλο- τεμπελιά να μην έχει ψάξει την παραμικρή πληροφορία αυτός που έδωσε λεφτά για VIP στους Metallica ή στον Τερζόπουλο. Να μην κάνει ούτε ένα μικρό Google search για να δει τι είναι αυτό το πράγμα τέλος πάντων που έδωσε τα λεφτά του. Τι πάω να δω; Τι θα συναντήσω εκεί πέρα;
Γίνανε όλα φτηνιάρικα experiences μετρήσιμα σε likes, shares και saves. Ε, όχι. Η τέχνη δεν θα έπρεπε να είναι μετρήσιμη με μαρκετινίστικα KPIs. Και δεν το λέω ούτε σαν άνθρωπος που δουλεύει στο μάρκετινγκ, ούτε σαν κάποια που πρέπει να αποδείξει την αυθεντία της επειδή πάει σε live 20 χρόνια. Το λέω σαν θεατής που την αγγίζει περισσότερο από τον μέσο όρο αυτό που βλέπει και την απασχολεί βαθιά η τόσο χαμηλή διάθεση αντίληψης και πρόσληψης ενός μουσικού ή θεατρικού γεγονότος.

Το ότι για δύο ώρες ένας τύπος που ακούει pop είδε Metallica ή μια κυρία που βλέπει τηλεόραση 24/7 είδε Τερζόπουλο, δεν σημαίνει ότι κατάλαβαν και τι αντίκρισαν. Δεν αντιλήφθηκαν το εκτόπισμα των συγκεκριμένων δημιουργών, και αυτό είναι βαθιά θλιβερό.
Γιατί πλέον δεν πηγαίνουμε πάντα κάπου για να βιώσουμε κάτι. Πηγαίνουμε για να μπορούμε να πούμε ότι ήμασταν εκεί. Η εμπειρία έχει μετατραπεί σε κοινωνικό νόμισμα. Η τέχνη καταναλώνεται σαν απόδειξη κοινωνικής συμμετοχής και όχι σαν διαδικασία εσωτερικής μετατόπισης. Και εκεί είναι που αρχίζει να χάνεται κάτι ουσιαστικό. Ο θεατής σταματά να είναι θεατής και γίνεται πελάτης εμπειριών.
Δεν με ενοχλεί ότι κάποιος «άσχετος» πήγε να δει Metallica ή Τερζόπουλο. Ούτε πιστεύω πως η τέχνη πρέπει να απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή κάστα μυημένων. Εκεί άλλωστε ξεκινά και η μεγάλη παρεξήγηση γύρω από το gatekeeping. Άλλο η προστασία μιας κουλτούρας και άλλο ο ναρκισσισμός της αυθεντίας. Δεν είναι διαγωνισμός γνώσεων ούτε πιστοποιητικό ανωτερότητας. Το πρόβλημα ξεκινά όταν κάτι αντιμετωπίζεται σαν disposable content. Σαν ακόμα μια μαζικά καταναλώσιμη εμπειρία υπερθεάματος που υπάρχει απλώς για να φαγωθεί με λαιμαργία, να καταγραφεί και να ξεχαστεί.
Εξού και το gatekeeping. Γιατί αν δεν μπορείς -και κυρίως αν δεν έχεις διάθεση- να καταλάβεις τι είναι αυτό που καταναλώνεις, γιατί να πρέπει να δεχόμαστε την άγνοια και την ασέβεια των γύρων μας; Είναι βαθιά πληγωτικό για όσους έχουμε αφιερώσει τα ⅔ της ζωής μας σε ένα μουσικό ιδίωμα και σε μια παραστατική τέχνη να τα βλέπουμε να ρημάζονται μέρα με τη μέρα από ανθρώπους που δεν τα εκτιμούν.

Δεν είναι ότι θέλουμε να κρατήσουμε την τέχνη για πάρτη μας και να μην τη δει ποτέ το φως του ήλιου πέρα μόνο από εμάς τους λίγους, τους πεπαιδευμένους και εκλεκτούς. Αλλά για μένα δεν έχει νόημα να γίνεται κάτι τόσο εμπορικό χωρίς να αφήνει μια σπίθα να ψάξω περισσότερο αυτό που είδα. Να δω κι άλλες παραστάσεις σαν του Τερζόπουλου, να ακούσω κι άλλες μπάντες σαν τους Metallica.
Σίγουρα δεν χρειάζεται να αρέσουν όλα σε όλους και αυτό δεν είναι κακό. Δεν με αφορά να πάω να δω Σπανού και ΛΕΞ, αλλά αναγνωρίζω την αξία τους ανεξάρτητα από το αν τους ακούω ή όχι. Αλλά δεν μπορώ να μη σχολιάσω ότι περάσαμε τη μισή μας ζωή να μας λένε φρικιά και ψευτοκουλτουριάρηδες άνθρωποι που μετά από λίγο καιρό ενστερνίστηκαν και οριακά σφετερίστηκαν ιδιώματα στα οποία έχουμε αφιερώσει φαιά ουσία, κόπο και χρόνο, επειδή έγιναν τιτάνια promo και διαφημιστικές καμπάνιες. Και δεν θα πιάσω καν τον πολιτικό χαρακτήρα της τέχνης και το ότι δεν πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το έργο του, γιατί θα μπούμε σε άλλη ζώνη του λυκόφωτος.
Και ίσως το πιο θλιβερό είναι ότι αυτό δεν συμβαίνει μόνο εξαιτίας του κοινού. Οι ίδιες οι βιομηχανίες της τέχνης πλέον εκπαιδεύουν έναν παθητικό και αδηφάγο θεατή. Έναν θεατή που δεν χρειάζεται να εμβαθύνει, να ψάξει, να αμφισβητήσει ή να προσπαθήσει να καταλάβει. Αρκεί να καταναλώσει. Να αγοράσει εισιτήριο, merch και μια στιγμιαία αίσθηση συμμετοχής. Όσο πιο γρήγορη, εύπεπτη και φωτογενής γίνεται η εμπειρία, τόσο πιο «επιτυχημένη» θεωρείται. Η τέχνη όμως δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο ως κατανάλωση.
Και όχι, ο σεβασμός απέναντι σε ένα έργο δεν απαιτεί να είσαι ειδικός. Δεν χρειάζεται να έχεις διαβάσει θεωρία θεάτρου ή να ξέρεις όλη τη δισκογραφία μιας μπάντας για να “αξίζεις” να βρίσκεσαι εκεί. Χρειάζεται όμως να υπάρχει μια στοιχειώδης πρόθεση κατανόησης. Μια διάθεση να ακούσεις, να παρατηρήσεις, να αντιληφθείς πού βρίσκεσαι και τι έχεις απέναντί σου. Να μπεις σε έναν χώρο τέχνης όχι σαν να μπαίνεις σε food court ή σε amusement park, αλλά σαν να μπαίνεις σε κάτι που κουβαλά εργασία, σκέψη, ιστορία και έκφραση.

Βέβαια υπάρχει και μια ειρωνεία μέσα σε όλα αυτά. Το ίδιο το gatekeeping πολλές φορές ξεκινά σαν ανάγκη προστασίας μιας κουλτούρας, αλλά εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό αποκλεισμού και αυτάρεσκης μεγαλοπρέπειας. Αυτό είναι υπαρκτός κίνδυνος και θα ήταν αφελές να το αρνηθεί κανείς. Παρ’ όλα αυτά, όταν βλέπεις μορφές τέχνης να μετατρέπονται αποκλειστικά σε trend, content ή lifestyle αξεσουάρ, είναι δύσκολο να μη γεννηθεί μια αμυντική στάση απέναντι σε αυτή τη συνεχή απογύμνωση ενός νοήματος που ολοένα και ολισθαίνει.
Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι το gatekeeping ξεκίνησε γιατί πολύ απλά όσοι είμαστε gatekeepers αντιμετωπίζουμε την τέχνη με έναν επιπρόσθετο ρομαντισμό. Ίσως misplaced, ίσως ψευδαισθητικό, δεν ξέρω. Μολαταύτα, όλα καταλήγουν στο θέμα του σεβασμού. Εκεί ξεκινάει και εκεί τελειώνει το gatekeeping: στην εναντίωση της καπηλείας πολιτισμικών αγαθών από ανθρώπους που δεν έχουν διάθεση να τα σεβαστούν και για τους οποίους είναι απλώς πρόσκαιρες απολαύσεις χωρίς συναισθηματικό αντίκτυπο.
Φυσικά, όλα αυτά ανάγονται σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, όχι μόνο στο θέατρο ή στη μουσική. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά ωστόσο, και όταν περάσουμε αυτή την πίστα, θα πάμε και στα πιο σύνθετα.



