Όταν γίνεται λόγος για concept albums, συνήθως η σκέψη πάει σε δίσκους που προσπαθούν να αφηγηθούν μια ιστορία από την αρχή ως το τέλος. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου το ζητούμενο δεν είναι η αφήγηση, αλλά η παραμονή μέσα σε μια συγκεκριμένη ψυχική κατάσταση. Εκεί, το βάρος πέφτει στην επανάληψη: σκέψεις που επιστρέφουν, καταστάσεις που δεν ξεκαθαρίζουν και μια αίσθηση στασιμότητας που βαραίνει όσο περνά ο χρόνος. Σε τέτοιους δίσκους, το concept δεν στηρίζεται στην πλοκή. Δεν απαιτούνται σαφή γεγονότα ή χαρακτήρες με συγκεκριμένους ρόλους. Αυτό που μετράει είναι η συνοχή της κατάστασης και η επιμονή με την οποία το άλμπουμ αρνείται να προσφέρει ανακούφιση. Σε αυτήν ακριβώς τη λογική κινείται το “Dreaming Neon Black” των Nevermore, που κυκλοφόρησε το 1999 και παραμένει μία από τις πιο ιδιόμορφες και απαιτητικές στιγμές του συγκροτήματος.
Σε αντίθεση με αρκετά άλμπουμ που αργότερα βαφτίστηκαν «σκοτεινά», το “Dreaming Neon Black” στηρίζεται περισσότερο στην αυτοσυγκράτηση παρά στο δράμα. Η αφήγησή του παραμένει σκόπιμα ατελής, χτισμένη από θραύσματα και ενδείξεις αντί για καθαρά γεγονότα. Ο Warrel Dane δεν παρουσίασε ποτέ τον δίσκο ως ένα κλασικό concept album με ξεκάθαρη ιστορία, και αυτή η ασάφεια παίζει καθοριστικό ρόλο στο πώς λειτουργεί συνολικά. Ο ακροατής δεν περνά από αρχή, μέση και τέλος, αλλά βρίσκεται κατευθείαν μέσα σε έναν ήδη ασταθή χώρο και μένει εκεί μέχρι ο δίσκος να φτάσει στα όριά του.
Η ιστορία του άλμπουμ ξεκινά από μια εξαφάνιση και όχι από έναν θάνατο. Η γυναίκα γύρω από την οποία κινείται η ιστορία δεν παρουσιάζεται ως χαμένη με την κλασική έννοια. Παραμένει όμως απούσα και απρόσιτη, απομακρυσμένη περισσότερο μέσα από ιδέες παρά μέσα από κάτι χειροπιαστό. Η εμπλοκή της με μια θρησκευτική ομάδα διαβάζεται περισσότερο συμβολικά: η πίστη, η κοινότητα και τα οργανωμένα πιστεύω εμφανίζονται ως μηχανισμοί που αφήνουν κάποιον απ’ έξω. Έτσι, η κατάρρευση του πρωταγωνιστή περνά από την αβεβαιότητα και την ενοχή, αλλά και από το ότι δεν μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη ή να το αφήσει πίσω του.
Αυτή η διάκριση ανάμεσα στην εξαφάνιση και την οριστική απώλεια καθορίζει ολόκληρο τον δίσκο. Από την αρχή, το “Dreaming Neon Black” κινείται πάνω στη στασιμότητα και χτίζει ένα κλίμα εμμονής και αναταραχής. Τραγούδια όπως το “Beyond Within” λειτουργούν σαν σημεία εισόδου και δείχνουν νωρίς την κατάρρευση της ψυχολογικής ισορροπίας. Έτσι, ο ακροατής μπαίνει κατευθείαν στη μέση της διάλυσης και, όσο ο δίσκος προχωρά, η επιθετικότητα δεν οδηγεί σε εκτόνωση, αλλά φθείρεται και μετατρέπεται σε εξάντληση. Αυτό γίνεται πιο καθαρό στα πιο αργά κομμάτια, όπου η συναισθηματική κόπωση περνά στο προσκήνιο.
Η έλλειψη σαφήνειας στον δίσκο δεν είναι τυχαία και περνά και μέσα από την παραγωγή και τη σειρά των κομματιών. Το εναρκτήριο “Ophidian” μοιάζει περισσότερο με κατώφλι παρά με κανονική εισαγωγή, με την ατμόσφαιρά του και τον ήχο του μόνιτορ, που χτυπά μέχρι να σταματήσει η καρδιά, να δίνουν από την αρχή τον τόνο. Ο δίσκος στήνεται σαν κάτι που παρατηρείται απ’ έξω και ο ακροατής τοποθετείται στη θέση του αυτόπτη μάρτυρα. Η ίδια λογική επιστρέφει στο τέλος, όταν το “Forever” κλείνει με παρατεταμένη σιωπή και μια επιστροφή στην ατμόσφαιρα της αρχής. Σε επίπεδο δομής, ο κύκλος κλείνει εκεί, με την ιστορία όμως να μην ολοκληρώνεται και να ξεκινά ξανά.
Σε μουσικό επίπεδο, το concept στηρίζεται σε μια περίεργη ισορροπία ανάμεσα στην πολυπλοκότητα και την ευθύτητα. Παρότι οι Nevermore αργότερα θα ταυτιστούν με την υψηλή τεχνική δεξιότητα, στο “Dreaming Neon Black” αποφεύγουν συχνά να δείξουν το πλήρες εύρος των δυνατοτήτων τους. Το παίξιμο του Jeff Loomis χτίζει ένταση χωρίς να κυνηγά διαρκώς την κορύφωση, αφήνοντας ιδέες ανοιχτές. Τα riffs κινούνται κυκλικά, τα grooves κολλάνε σε μοτίβα που δεν ξεσπούν, και ακόμη κι όταν εμφανίζεται η μελωδία, δεν κρατά για πολύ. Το ομώνυμο κομμάτι είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, όχι ως κεντρικό σημείο, αλλά ως μια παύση μέσα στη συναισθηματική λογική του άλμπουμ, όπου η αίσθηση της άρνησης μένει μετέωρη.
Φυσικά, αφού το άλμπουμ βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες του Warrel Dane, είναι αναπόφευκτο να υπάρχει και ξεχωριστή αναφορά στη φωνητική του παρουσία. Η ερμηνεία του Warrel Dane είναι ιδιαίτερα δυνατή και κινείται διαρκώς ανάμεσα στον έλεγχο και τη ρήξη. Οι δεύτερες φωνές που εμφανίζονται κατά διαστήματα, κυρίως στο “Dreaming Neon Black”, μπορούν να ακουστούν ως προβολή ή ως ψευδαίσθηση, χωρίς το άλμπουμ να ξεκαθαρίζει ποτέ ποιος είναι ο ρόλος τους. Αυτή η ασάφεια αντανακλά την αδυναμία του πρωταγωνιστή να ξεχωρίσει το εσωτερικό από το εξωτερικό.
Αυτό που τελικά ξεχωρίζει το “Dreaming Neon Black” από άλλα concept albums είναι η πλήρης απουσία λύτρωσης. Δεν υπάρχει συμπέρασμα, αποδοχή ή μεταμόρφωση, το άλμπουμ δεν κλείνει με επίλυση, αλλά με παράδοση. Επιλέγοντας τον μινιμαλισμό και τη σιωπή αντί για μια κορύφωση, οι Nevermore στερούν από τον ακροατή την εκτόνωση στην οποία βασίζονται συχνά τα concept άλμπουμ. Αυτή η επιλογή ενισχύει τη βασική θέση του δίσκου: ορισμένες εμπειρίες δεν οδηγούν σε κατανόηση, αλλά αφήνουν μόνο φθορά.
Το aftermath του άλμπουμ τονίζει ακόμη περισσότερο τη σημασία του. Η περιοδεία έφερε το συγκρότημα δίπλα σε μπάντες με πιο ξεκάθαρη ταυτότητα, κάνοντας ακόμη πιο φανερό πόσο ιδιαίτερο και απαιτητικό ήταν το “Dreaming Neon Black”. Λίγο αργότερα, αλλαγές στη σύνθεση και μια στροφή προς έναν πιο επιθετικό ήχο σηματοδότησαν την αρχή μιας νέας φάσης. Και τελικά, πρόκειται για το τελευταίο άλμπουμ του συγκροτήματος που οδηγείται κυρίως από την ευαισθησία, πριν η έμφαση μετατοπιστεί προς τον έλεγχο.
Το “Dreaming Neon Black” παραμένει ένα κομβικό άλμπουμ, καθώς ανέδειξε το κόστος της φιλοδοξίας των Nevermore. Πρόκειται για έναν δίσκο που αντιμετωπίζει την ατέλεια ως δομικό στοιχείο, τη σιωπή ως αφήγηση και την κατάρρευση ως σταθερή κατάσταση, όχι ως μεταβατικό στάδιο. Και όπως συμβαίνει με κάθε δίσκο των Nevermore, έτσι και εδώ είναι δύσκολο να μη σταθεί κανείς στον Warrel Dane. Όχι με τη διάθεση της απώλειας, αλλά με την ανάγκη της υπενθύμισης. Το “Dreaming Neon Black” γίνεται αφορμή να θυμηθούμε τι άφησε πίσω του, χωρίς εξιδανίκευση και χωρίς μελοδραματισμό. Αφού περισσότερο από μια απουσία, αυτό που μένει είναι το αποτύπωμα.
