Ο μύθος της στοιχειωμένης βιντεοκασέτας δεν γεννήθηκε στο σινεμά. Υπήρχε ήδη, ασαφής και ανησυχητικά πειστικός, πολύ πριν το “Ringu” και το “The Ring” του δώσουν μορφή, όνομα και κανόνες. Στην Ιαπωνία των late 80s και 90s, την εποχή που οι VHS είχαν εισβάλει σε κάθε σπίτι, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για τις λεγόμενες 呪いのビデオ」, τις “noroi no video”, καταραμένες κασέτες χωρίς προέλευση, χωρίς ταυτότητα και χωρίς λογική εξήγηση.
Οι ιστορίες δεν συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους. Κάποιες μιλούν για κασέτες που εμφανίζονταν κατά λάθος σε video clubs, άλλες για VHS που έβρισκε κανείς πεταμένες σε κάδους ή ξεχασμένες σε παλιά διαμερίσματα. Όλες όμως περιέγραφαν το ίδιο περιεχόμενο: ασύνδετες εικόνες, λευκό θόρυβο, πρόσωπα που κοιτούν επίμονα την κάμερα, αποσπάσματα από οικογενειακά βίντεο που δεν ανήκαν σε κανέναν γνωστό, τηλεοράσεις ανοιχτές χωρίς σήμα, παιδικά δωμάτια άδεια, και συχνά ένα στοιχείο που ξεχώριζε, ένα πρόσωπο που εμφανιζόταν για λίγα frames, σχεδόν υποσυνείδητα, σαν κάτι που δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί.
Το στοιχειωμένο δεν ήταν τόσο αυτό που έδειχνε η κασέτα, όσο αυτό που προκαλούσε. Όσοι ισχυρίζονταν ότι την είχαν δει μιλούσαν για έντονους πονοκεφάλους, ναυτία, αϋπνία, επαναλαμβανόμενους εφιάλτες. Σε πιο ακραίες εκδοχές του θρύλου, ακολουθούσαν ατυχήματα ή θάνατοι μέσα σε λίγες μέρες. Υπήρχαν και ιστορίες όπου η κασέτα επέστρεφε, ακόμα κι αν την κατέστρεφες, ή ξαναγραφόταν μόνη της, σαν να αρνείται να εξαφανιστεί.
Αυτό που έκανε τον μύθο τόσο ανθεκτικό ήταν ακριβώς η έλλειψη δομής. Δεν υπήρχε μία συγκεκριμένη κασέτα, ούτε μία «επίσημη» ιστορία. Ήταν ένα σύνολο ψιθύρων που άλλαζαν από στόμα σε στόμα. Σε μια κοινωνία όπου η έννοια του tsukumogami, αντικείμενα που αποκτούν ζωή, είναι βαθιά ριζωμένη, η ιδέα ότι ένα οικιακό μέσο θα μπορούσε να «κουβαλάει» κάτι κακό δεν ακουγόταν παράλογη.
Ο Kōji Suzuki, όταν έγραψε το “Ringu”, πήρε αυτόν τον άμορφο μύθο και έκανε κάτι καθοριστικό: του έδωσε κανόνες. Χρόνο. Αιτία και αποτέλεσμα. Η κατάρα απέκτησε διάρκεια επτά ημερών, απέκτησε φορέα και συγκεκριμένο τρόπο μετάδοσης. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο πειστικό ώστε πολλοί πίστεψαν πως η ιστορία βασίζεται σε πραγματικό γεγονός. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι, μετά την επιτυχία της ταινίας, εμφανίστηκαν promo κασέτες χωρίς ετικέτα, ενώ video stores στην Ιαπωνία και αλλού άρχισαν να “παίζουν” συνειδητά με τον φόβο, ενισχύοντας την ιδέα ότι κάπου, ίσως, υπάρχει η αληθινή. Γιατί η noroi no video δεν εξέφραζε απλώς έναν αστικό μύθο, αλλά μια βαθύτερη ανησυχία: ότι η εικόνα δεν είναι πάντα παθητική. Και ότι, κάποιες φορές, αυτό που βλέπεις… σε βλέπει κι εκείνο.
