Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add DEPART on Google ↗Με μία ματιά...
Όταν τα 90s έφεραν αμηχανία στον σκληρό ήχο, το "Painkiller" έσκασε σαν ατσάλινη γροθιά. Ένας δυστοπικός, αδυσώπητος εφιάλτης που επανακαλωδίωσε το heavy metal.
- Κτηνώδη Riffs, vortex ηχογράφηση, ένα νομικό θρίλερ και ο Rob Halford
- Πώς η συγκεκριμένη κυκλοφορία καθόρισε το DNA των thrash και heavy σκηνών
- Ένα Heavy Metal Ευαγγέλιο
Τα τέλη της δεκαετίας του 1980 βρήκαν τους Judas Priest σε μια περίεργη καμπή, ψάχνοντας να βρουν την πυξίδα τους στη νέα πραγματικότητα. Κυκλοφορίες όπως το “Turbo” με τα συνθεσάιζερ και το αμήχανο “Ram It Down” είχαν απομακρύνει ένα μέρος των οπαδών τους, την ίδια στιγμή που το thrash metal άρχιζε να κυριαρχεί. Συγκροτήματα όπως οι Metallica και οι Slayer ανέβαζαν τις ταχύτητες και έδειχναν ότι η βιομηχανία προχωράει με γρήγορους ρυθμούς. Με αφορμή τη διαχρονική κληρονομιά αυτής της περιόδου, βλέπουμε πώς το συγκρότημα αποφάσισε να μην αφεθεί στη λήθη αλλά να επιστρέψει πιο επιθετικό από ποτέ. To “Painkiller” δημιουργήθηκε ακριβώς για αυτόν τον σκοπό, να υπενθυμίσει στους νεότερους ποιος έθεσε τους κανόνες του παιχνιδιού.
Μπαίνοντας στο 1990, η ανάγκη για ανανέωση ήταν κάτι παραπάνω από επιτακτική για τους Βρετανούς, οι οποίοι αποφάσισαν να σκληρύνουν ξανά τον ήχο τους. Όπως καταγράφηκε σε δηλώσεις της εποχής, τα μέλη του σχήματος συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να εξελίξουν το υλικό τους μετά τις ανάμεικτες κριτικές των προηγούμενων ετών. «Είχαμε κάνει το πειραματικό άλμπουμ Turbo, το οποίο πήρε ανάμεικτες κριτικές, ήταν ένας μονόδρομος πραγματικά, δεν πηγαίναμε πουθενά με τα βαριά κιθαριστικά συνθεσάιζερ», αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από το περιβάλλον τους. Αυτή η συνειδητοποίηση οδήγησε στη δημιουργία ενός άλμπουμ που λειτουργούσε ως φυσική, αλλά πολύ πιο βελτιωμένη και ακραία συνέχεια των προηγούμενων προσπαθειών τους. Η επιστροφή στις ρίζες με μια ωμή προσέγγιση οδήγησε τελικά στο Painkiller.
Ηχογράφηση “Painkiller”: Πώς ξεκίνησε η δημιουργία του δίσκου;
Κομβικό ρόλο σε αυτή την ηχητική μετάβαση έπαιξε η προσθήκη του ντράμερ Scott Travis, ο οποίος έφερε μια πρωτόγνωρη ενέργεια στο σχήμα. Ενώ προηγουμένως η μπάντα είχε πειραματιστεί αρκετά με drum machines, ο ερχομός του 28χρονου τότε μουσικού από τους Racer X εξασφάλισε ότι το παίξιμο θα είναι αβίαστο και ανθρώπινο.
Ο Travis έγραψε την εμβληματική εισαγωγή για το ομώνυμο κομμάτι εντελώς τυχαία, καθώς έκανε ζέσταμα στο στούντιο δοκιμάζοντας χτυπήματα στα τύμπανα. «Ήμουν απλώς εκεί έξω και έπαιζα διάφορα, είχα την ιδέα στο μυαλό μου και πραγματικά τους άρεσε αυτό που έκανα», δήλωσε αργότερα ο ίδιος. Αυτή η φρέσκια προσέγγιση επέτρεψε στα υπόλοιπα μέλη να γράψουν μουσική χωρίς κανέναν τεχνικό περιορισμό, χτίζοντας τα θεμέλια της κυκλοφορίας.

Η επιλογή του παραγωγού Κρις Τσαγγαρίδη αποδείχθηκε το δεύτερο μεγάλο κλειδί για τον ογκώδη ήχο που έψαχναν. Οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν στα Miraval Studios στη Γαλλία και ολοκληρώθηκαν στα Wisseloord Studios στην Ολλανδία με τη βοήθεια του μηχανικού ήχου Attie Bauw. Σύμφωνα με τις αναλύσεις εκείνης της εποχής, η παραγωγή έπρεπε να βρει έναν τρόπο να χωρέσει την ακραία ταχύτητα χωρίς να θυσιάσει τη διαύγεια των οργάνων.
Ο Τσαγγαρίδης επιστράτευσε την τεχνική που ονόμαζε vortex, συνδυάζοντας το κοντινό μικρόφωνο του ενισχυτή με ένα μικρόφωνο χώρου στην άλλη πλευρά της στερεοφωνικής εικόνας. Η συνεργασία αυτή απέφερε καρπούς μέσα από ανορθόδοξες τεχνικές που δεν συναντούσε κανείς εύκολα στα τότε στούντιο, δίνοντας αέρα και βάθος στο τελικό αποτέλεσμα.
Παραγωγή “Painkiller”: Ποιες τεχνικές χρησιμοποιήθηκαν στο στούντιο;
Φτάνοντας στο μπάσο, οι γρήγορες ταχύτητες των κομματιών έκρυβαν τον κίνδυνο να μετατραπεί ο ήχος των χαμηλών συχνοτήτων σε απλό θόρυβο. Αν οι γραμμές γράφονταν με τον παραδοσιακό τρόπο, τα τραγούδια θα ακούγονταν άδεια και λεπτά στα πιο γρήγορα σημεία, χάνοντας τον όγκο τους. Για να λυθεί το πρόβλημα, ο βετεράνος Don Airey επιστρατεύτηκε για να παίξει τις ίδιες μπασογραμμές σε ένα συνθεσάιζερ Moog.
Ο συνδυασμός της επίθεσης από τις χορδές του ηλεκτρικού μπάσου με τις χαμηλές συχνότητες του συνθεσάιζερ προσέφερε το απαραίτητο βάρος που έκανε τα τραγούδια να ακούγονται ογκώδη. Ήταν ένα έξυπνο κόλπο από τον Τσαγγαρίδη, που αντικατοπτρίζει την επινοητικότητα της ομάδας πίσω από την κονσόλα προκειμένου να επιτευχθεί ο τέλειος ήχος.
Αντίστοιχη ένταση συναντάμε και στις φωνητικές ερμηνείες του Rob Halford, ο οποίος βρέθηκε στην καλύτερη φόρμα της καριέρας του και δούλεψε ασταμάτητα. Ο τραγουδιστής κατέγραψε ψηλές νότες και κραυγές με τόση δύναμη που κατάφερε να καταστρέψει ένα πανάκριβο μικρόφωνο μέσα στον θάλαμο ηχογράφησης, λιώνοντας τον πυκνωτή του.
«Του άρεσε το U67, το κρατούσε στο χέρι του και σπάσαμε μερικά μικρόφωνα επειδή η φωνή του ήταν τόσο έντονη που ο πυκνωτής απλά ανατινάχτηκε», θυμάται ο μηχανικός ήχου για τις εξαντλητικές αλλά παραγωγικές συνεδρίες. Η ανεξάντλητη ενέργεια του ντράμερ έσπρωξε τον τραγουδιστή να πιέσει τον εαυτό του στα άκρα, προκειμένου να εναρμονιστεί με την επιθετικότητα της νέας μουσικής.
Μήνυση Judas Priest: Πώς επηρέασε η δικαστική διαμάχη την κυκλοφορία;
Όσο προχωρούσε η διαδικασία της μίξης στην Ολλανδία, το συγκρότημα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια σοβαρή νομική περιπέτεια. Οι γονείς δύο εφήβων κατέθεσαν αγωγή, κατηγορώντας τους μουσικούς ότι είχαν κρύψει υποσυνείδητα μηνύματα στο τραγούδι “Better By You, Better Than Me” από το 1978.
Όπως καταγράφηκε στα νομικά έγγραφα της εποχής, η κατηγορία αφορούσε την προτροπή σε αυτοχειρία, γεγονός που συγκλόνισε ψυχολογικά τα μέλη και διέκοψε τη ροή της δουλειάς τους. Το βάρος της δικαστικής διαμάχης ήταν τεράστιο και ανάγκασε την εταιρεία CBS να παγώσει την έκδοση του υλικού, περιμένοντας να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Αν και η υπόθεση κατέπεσε ελλείψει στοιχείων στα τέλη Αυγούστου, η κούραση είχε ήδη αφήσει το στίγμα της.

Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα τα νέα τραγούδια να βγουν στα ράφια τελικά στις 3 Σεπτεμβρίου του 1990. Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος αποδείχθηκε ιδιαίτερα άβολη, ωστόσο, καθώς λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε ξεσπάσει ο πρώτος Πόλεμος του Κόλπου, τραβώντας τα βλέμματα της παγκόσμιας κοινότητας.
Η προσοχή του κοινού ήταν στραμμένη στις διεθνείς εξελίξεις, κάνοντας το κλίμα για προώθηση μουσικής εξαιρετικά δύσκολο για τον εκάστοτε καλλιτέχνη του δίσκου. Μια προσπάθεια δημιουργικής ανάστασης από ένα σπουδαίο συγκρότημα βρέθηκε ξαφνικά να ανταγωνίζεται τις δραματικές ειδήσεις του πολέμου στα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, τα κομμάτια άρχισαν σταδιακά να κερδίζουν έδαφος χάρη στην ωμή τους δύναμη.
Επιρροή στο Heavy Metal: Γιατί θεωρείται ορόσημο για τη σκηνή;
Μέσα σε αυτά τα κομμάτια, η χρήση της τεχνολογίας βοήθησε να χτιστεί μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα, ειδικά με τις παρεμβάσεις του Fairlight CMI. Πρόκειται για έναν σταθμό εργασίας μέσω του οποίου προγραμματίστηκαν μεταλλικοί ήχοι, όπως καμπάνες στο “A Touch Of Evil” και ήχοι από σφυριά στο “Between The Hammer And The Anvil”. Οι πινελιές αυτές δεν κάλυψαν τις ερμηνείες, αλλά έδωσαν ρεαλισμό στον χαρακτήρα του εκδικητή που περιγράφουν οι στίχοι με γλαφυρό τρόπο. Όπως ανέφερε ο Halford, το κεντρικό πρόσωπο ήταν «ένα αρχέτυπο που προσωποποιεί το metal, το κακό, την ενέργεια και την καταστροφή». Το πάντρεμα της βιομηχανικής αισθητικής με τις καταιγιστικές ταχύτητες δημιούργησε ένα ηχητικό σύμπαν που έμοιαζε πραγματικά επικίνδυνο στα αυτιά του ακροατή.
Κατά την επισκόπηση του συνολικού αποτελέσματος, η έμφαση στις φυσικές δυναμικές εξασφάλισε ότι το υλικό θα διέθετε μια ξεκάθαρη ταυτότητα μακριά από πλαστικές παραγωγές. Ο Bauw, μιλώντας για τη σημασία αυτής της ειλικρίνειας στον ήχο, εξήγησε πως η υπερβολική χρήση ψηφιακών δειγμάτων στα τύμπανα στερεί τον χαρακτήρα από μια ηχογράφηση. «Κάθε ήχος φτιάχτηκε οργανικά στο στούντιο, ήταν όλα πολύ φυσικά και αυτό που βρίσκω σε αυτόν τον δίσκο στο μέγιστο βαθμό είναι η ταυτότητά του», επεσήμανε, επιβεβαιώνοντας τη φιλοσοφία της ομάδας. Η αποφυγή των τεχνητών λούπων επέτρεψε σε κάθε ριφ να κόβει σαν ξυράφι, διατηρώντας ακέραια τη ζεστασιά του αναλογικού εξοπλισμού.
Διαχρονικότητα “Painkiller”: Πώς ακούγεται το άλμπουμ σήμερα;
Μετά το πέρας των παγκόσμιων περιοδειών το 1991, το κλίμα στο εσωτερικό χάλασε, οδηγώντας στην προσωρινή αποχώρηση του τραγουδιστή. Η μπάντα μπήκε στον πάγο και επέστρεψε αργότερα με νέο μέλος στο μικρόφωνο, ενώ τα παλαιότερα τραγούδια χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να πάρουν τη μυθική διάσταση που τους αναλογεί.
Σταδιακά, η heavy metal κοινότητα συνειδητοποίησε ότι το συγκεκριμένο έργο αποτέλεσε τη γέφυρα για το νέο κύμα του σκληρού ήχου. Σχήματα όπως οι Pantera πάτησαν πάνω σε αυτή την επιθετική βάση για να χτίσουν τη δική τους αυτοκρατορία μέσα στα 90s. Η ταχύτητα και ο όγκος που καταγράφηκαν έγιναν το χρυσό πρότυπο για εκατοντάδες νέους δημιουργούς.

Σήμερα, η ακρόαση αυτών των τραγουδιών προκαλεί το ίδιο σοκ με την πρώτη μέρα κυκλοφορίας τους, είτε παίζουν σε κάποιο μικρό μαγαζί είτε σε αρένες. Τα ριφ παραμένουν καταιγιστικά, ο ρυθμός δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα και η παραγωγή στέκεται αγέρωχη απέναντι στα σύγχρονα, ψηφιακά στούντιο.
Ο Halford επέστρεψε τελικά στο σχήμα το 2003, κλείνοντας έναν κύκλο που ξεκίνησε με πολλά σκαμπανεβάσματα και εξελίχθηκε σε δημιουργικό θρίαμβο. Η ιστορία απέδειξε πως όταν μια παρέα αποφασίσει να παίξει με τους δικούς της όρους, τα αποτελέσματα μπορούν να ισοπεδώσουν κάθε εμπόδιο. Αυτή η φλόγα είναι που κρατάει τη μουσική τους ζωντανή.
Κληρονομιά "Painkiller": Γιατί παραμένει αξεπέραστο μέχρι σήμερα;
Κλείνοντας, είναι ξεκάθαρο πως μιλάμε για μια δουλειά που δεν φέρει πάνω της ίχνος παρωχημένου υλικού, όσες δεκαετίες και αν περάσουν. Η ενέργεια που εκπέμπει παραμένει μνημειώδης, γιατί προέρχεται από μουσικούς που ηχογράφησαν ζωντανά ως ενιαίο σύνολο στο ίδιο δωμάτιο, κάτω από την καθοδήγηση του Τσαγγαρίδη. Δεν χωράει αμφιβολία ότι αποτέλεσε τον οδοστρωτήρα που χρειαζόταν η σκηνή για να ξυπνήσει από τον λήθαργο και τις εύκολες λύσεις. Το να καταφέρνεις να ακούγεσαι εκατό τοις εκατό ο εαυτός σου και ταυτόχρονα να επαναπροσδιορίζεις ένα ολόκληρο μουσικό είδος, είναι επίτευγμα που λίγοι έχουν πετύχει. Και οι Judas Priest το έκαναν με τρόπο που θα μνημονεύεται στον αιώνα τον άπαντα.



