Πριν ακούσω ποτέ τους The Cure, πίστευα ότι ήξερα τα πάντα για τη «σκοτεινή» μουσική. Ήμουν βουτηγμένος στο black metal – μέσα σε blast beats, tremolo riffs και ανάποδους σταυρούς. Οι Emperor, οι Mayhem και οι Darkthrone ήταν το δικό μου ηχητικό σπίτι. Για μένα, η μουσική έπρεπε να είναι ωμή και να έχει νόημα μόνο έτσι. Μια μέρα, κάποιος –σχεδόν για πλάκα– έβαλε να παίξει το “A Forest“.
Ομολογώ πως περίμενα να ακούσω κάτι μάλλον αδιάφορο. Τελικά ένιωσα κάτι εντελώς διαφορετικό και πρωτόγνωρο. Μια συνειδητοποίηση που ήρθε σαν ψίθυρος: το σκοτάδι κυκλώνει αθόρυβα τον ακροατή δίχως να χρειάζεται φωνές για να τον τρομάξει. Μπορεί να είναι υπόγεια σαγηνευτικό. Από τότε, τίποτα δεν ακουγόταν το ίδιο.
Το “A Forest”, που κυκλοφόρησε στις 28 Μαρτίου 1980, αποτελούσε το κεντρικό σημείο του δίσκου “Seventeen Seconds”. Έδειχνε καθαρά ότι το συγκρότημα απομακρυνόταν από τις post-punk ρίζες του. Παράλληλα, έβαζε τις βάσεις για τον ήχο που αργότερα θα χαρακτήριζε το goth rock.
Το σημείο μηδέν για το σκοτάδι
Οι στίχοι ήταν λιτοί και λειτουργούσαν απόλυτα. Η μπασογραμμή είχε κάτι υπνωτικό, σχεδόν μαγνητικό. Η κιθάρα ήταν γεμάτη flanger, με αποτέλεσμα να ακούγεται σαν να στριφογυρίζει στον αέρα, θυμίζοντας κάτι ανάμεσα σε όνειρο και εφιάλτη. Το κομμάτι μετέδιδε μοναξιά και φόβο χωρίς φωνές ή υπερβολές. Αυτό ακριβώς το στοιχείο το έκανε να ξεχωρίζει.
Το ιδιαίτερο ύφος μαζί με άλλες παραμέτρους έκαναν τη διαφορά. Πίσω από την επιτυχία του τραγουδιού υπάρχει η ιστορία μιας νεαρής μπάντας. Μιας μπάντας που προσπαθούσε να βρει την καλλιτεχνική της ταυτότητα. Παράλληλα, αντιμετώπιζε αλλαγές στη σύνθεσή της και έπρεπε να διαχειριστεί τις ισορροπίες της μουσικής βιομηχανίας. Όλα αυτά επηρέασαν άμεσα τον τρόπο που εξελίχθηκε το κομμάτι.

Την περίοδο που ηχογραφούσαν το “Seventeen Seconds”, οι The Cure βίωναν αλλαγές. Ο αρχικός μπασίστας, Michael Dempsey, είχε ήδη αποχωρήσει. Την θέση του πήρε ο Simon Gallup, του οποίου οι μελωδικές και μελαγχολικές μπασογραμμές έδωσαν τον τόνο στο “A Forest”. Το παίξιμό του ήταν πιο ρευστό και βασιζόταν στο συναίσθημα, αφήνοντας πίσω την ωμή ενέργεια του Dempsey, η οποία είχε φανερές punk επιρροές. Έτσι, ο ρυθμικός χαρακτήρας της μπάντας μετατοπίστηκε προς έναν πιο αφηγηματικό και υπνωτικό ήχο.
Η νέα πνοή στη σύνθεση της μπάντας
Αργότερα, ο Gallup είπε πως επηρεάστηκε έντονα από τον Jean-Jacques Burnel των Stranglers. Οι επιθετικές και καθαρές μπασογραμμές του Burnel βοήθησαν να διαμορφωθεί ο πιο σκοτεινός ήχος του post-punk. Μαζί με τον Gallup ήρθε και ο πληκτράς Matthieu Hartley. Οι ambient ήχοι του πρόσθεσαν μια ανατριχιαστική ατμόσφαιρα στον ήχο των The Cure. Οι συνθετικές του γραμμές διαμόρφωναν ουσιαστικά ολόκληρο τον χώρο της μουσικής. Δημιουργούσαν έναν ψυχρό και αποστασιοποιημένο τόνο, γεμάτο εσωτερική ένταση.
Ο Gallup και ο Hartley είχαν παίξει μαζί και στο παρελθόν. Είχαν συμμετάσχει σε μπάντες όπως οι Lockjaw και οι Magazine Spies. Αυτά τα πρότζεκτ διέθεταν punk χαρακτήρα και ταυτόχρονα έδειχναν τάσεις προς έναν πιο εσωστρεφή ήχο. Το ”A Forest” ήταν το τελευταίο τραγούδι που μπήκε στο άλμπουμ και το μοναδικό που κυκλοφόρησε ως single. Στην παραγωγή συνεργάστηκαν ο Mike Hedges και ο Robert Smith. Ήταν επίσης το πιο πολυεπίπεδο κομμάτι του δίσκου και αυτό ξάφνιασε το κοινό μιας μπάντας που τότε είχε χτίσει όνομα γύρω από τον μινιμαλισμό.
Ο πειραματισμός με τον ήχο της Fender
Ο Smith επέλεξε μια Fender Jazzmaster για τον καθαρό και ταυτόχρονα σκοτεινό ήχο της. Χρησιμοποίησε επίσης το Hammond organ της αδελφής του, το οποίο διέθετε ενσωματωμένο drum machine. Επιπλέον, πρόσθεσε πολλά πεντάλ flanger, δημιουργώντας έναν ήχο σχεδόν αφύσικο. Ο Hedges είχε αναφέρει κάποτε ότι στη μίξη της κιθάρας χρησιμοποιήθηκαν πέντε διαφορετικά flanger. Το καθένα πρόσθετε και από μία νέα στρώση ανησυχίας.

Όταν τον ρώτησαν τι σημαίνει το τραγούδι, ο Smith εξήγησε πως αποτύπωνε «ένα παιδικό όνειρο – ή εφιάλτη – που έγινε πραγματικότητα στην εφηβεία». Σε άλλη συνέντευξη ανέφερε ότι, όταν ήταν παιδί, χάθηκε σε ένα δάσος. Στη συνέχεια διέψευσε εντελώς αυτή την ιστορία. Τελικά η συγκεκριμένη ασάφεια λειτουργεί υπέρ του κομματιού. Το τραγούδι μοιάζει προσωπικό και παραμένει αινιγματικό και λίγο απόμακρο.
Το παιδικό όνειρο που έγινε εφιάλτης
Η μεγάλη απήχηση του “A Forest” οφείλεται κυρίως στον τρόπο που αξιοποίησε ένα γνώριμο σύμβολο. Τα δάση, ειδικά στη δυτική κουλτούρα και λογοτεχνία, σπάνια θεωρούνται ασφαλή μέρη. Από την Κοκκινοσκουφίτσα μέχρι την Κόλαση του Δάντη, συνδέονται με σύγχυση, αλλαγή ή τιμωρία. Βάσει της συλλογικής μας μνήμης, όποιος μπαίνει σε δάσος δεν βγαίνει ποτέ ο ίδιος. Μερικές φορές μάλιστα, δεν βγαίνει από εκεί καθόλου.
Το 1980, αυτές οι εικόνες αποτελούσαν κάτι βαθύτερο από λογοτεχνικές αναφορές. Λειτουργούσαν ως καθρέφτης μιας εποχής γεμάτης αβεβαιότητα. Το νεανικό κοινό ένιωθε τον φόβο του Ψυχρού Πολέμου και απομακρυνόταν από την παραδοσιακή ποπ, η οποία δεν το εξέφραζε πια. Οι The Cure δημιούργησαν κάτι πολύ παραπάνω από ένα σκοτεινό τραγούδι. Κατάφεραν να μεταφέρουν ένα αρχέτυπο που οι ακροατές καταλάβαιναν σχεδόν ενστικτωδώς.
Η επεισοδιακή βραδιά στο φεστιβάλ Werchter
«Come closer and see / See into the trees / Find the girl while you can», τραγουδά ο Smith. Η λύση και η διέξοδος απουσιάζουν οριστικά από την αφήγηση. Καθώς το κομμάτι φτάνει στο τέλος, γίνεται φανερό πως το κορίτσι «δεν ήταν ποτέ εκεί». Ο πρωταγωνιστής παραμένει «χαμένος σε ένα δάσος, ολομόναχος». Μέχρι το 1981, το “A Forest” αποτελούσε ήδη σταθερά στη setlist των The Cure. Εκείνο το καλοκαίρι, η μπάντα έπαιξε στο φεστιβάλ Werchter στο Βέλγιο. Επρόκειτο για ένα από τα πιο σημαντικά ευρωπαϊκά γεγονότα εκείνης της χρονιάς, με ονόματα όπως ο Elvis Costello, οι Dire Straits και ο Robert Palmer.

Οι The Cure βρίσκονταν ακόμα σε φάση ανόδου και μακριά από τα φώτα του mainstream. Στο πρόγραμμα εμφανίζονταν τρίτοι, ανάμεσα σε γνωστά ονόματα με μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό. Καθώς η μέρα είχε ήδη πάει πίσω, η ομάδα του Robert Palmer άρχισε να πιέζει το γκρουπ να συντομεύσει την εμφάνισή του. Ο Robert Smith και τα υπόλοιπα μέλη αρνήθηκαν κάθε είδους συμβιβασμό εκείνη τη στιγμή.
Αφού τελείωσαν το “Play for Today”, ο Smith στράφηκε προς το κοινό και είπε: «Αυτό είναι το τελευταίο τραγούδι, επειδή δεν μας επιτρέπουν να συνεχίσουμε. Μάλλον όλοι θέλουν να δουν τον Robert Palmer. Λέγεται “A Forest”». Εκείνη τη στιγμή άρχισαν να επιμηκύνουν το κομμάτι, ξεπερνώντας τα εννέα λεπτά. Το outro μεγάλωσε σκόπιμα, ενώ ο Smith πρόσθεσε αυτοσχέδιους στίχους. Ο Gallup έκλεισε τη βραδιά φωνάζοντας: «Fuck Robert Palmer! Fuck rock and roll!».
Η επιτυχία ενός αντισυμβατικού κομματιού
Το κοινό του φεστιβάλ τους υποδέχτηκε με ενθουσιασμό. Η ομάδα του Robert Palmer εξοργίστηκε και πέταξε τον εξοπλισμό των The Cure από τη σκηνή. Η στιγμή αυτή έμεινε για πάντα στην ιστορία του συγκροτήματος. Ήταν μια ξεκάθαρη δήλωση στάσης και προκλητικότητας. Μια goth μπάντα χρησιμοποίησε την ατμόσφαιρα σαν όπλο απέναντι στη λάμψη της showbiz. Τελικά το κοινό διάλεξε την ατμόσφαιρα.
Το “A Forest” αποτελούσε ένα αντισυμβατικό single με μεγάλη διάρκεια, λιτούς στίχους και μελαγχολική παραγωγή, το οποίο τελικά τα πήγε εξαιρετικά. Παρέμεινε για οκτώ εβδομάδες στα βρετανικά charts και έφτασε μέχρι το #31. Χάρη σε αυτό, οι The Cure εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο Top of the Pops. Έτσι τους γνώρισαν και ακροατές που δεν παρακολουθούσαν τη σκηνή από κοντά. Ο συγχρονισμός βοήθησε πολύ. Εκείνη την περίοδο, οι ραδιοφωνικοί DJs είχαν αρχίσει να ρισκάρουν περισσότερο και τέτοιες κινήσεις ήταν σπάνιες έναν χρόνο νωρίτερα, ειδικά στο post-punk. Το “A Forest” ευνοήθηκε από αυτό το άνοιγμα.
Το κομμάτι ξεχώρισε επειδή ακουγόταν φρέσκο στα ερτζιανά. Απέφευγε τη συνηθισμένη δομή κουπλέ-ρεφρέν και δεν βιαζόταν καθόλου. Είχε τον δικό του ρυθμό. Αυτή η ιδιαιτερότητα προκάλεσε αμέσως αίσθηση. Οι κριτικοί εξέφρασαν αρκετές επιφυλάξεις για το αποτέλεσμα. Η Julie Burchill από το Nme χλεύασε τη μιζέρια του Smith, λέγοντας πως ήταν απλώς κενή αυταρέσκεια. Κάποιοι άλλοι χαρακτήρισαν το τραγούδι αδύναμο και δίχως ουσία.
Η διαχρονική κληρονομιά και οι διασκευές
Οι οπαδοί και πολλοί μουσικοί ανακάλυψαν στοιχεία που οι κριτικοί προσπέρασαν. Οι The Cure βρήκαν έναν καινούργιο δρόμο και έναν ήχο με δική του ταυτότητα, πέρα από την ένταση του punk και την αισιοδοξία της pop. Το “A Forest” αποτελούσε μια μεγάλη επιτυχία και ταυτόχρονα ένα πεδίο πειραματισμού. Η μπάντα το χρησιμοποιούσε για να δοκιμάζει νέες ιδέες στα live. Συχνά το κομμάτι ξεπερνούσε κατά πολύ τη διάρκεια της έκδοσης του στούντιο.
Στο “The Cure In Orange” (1987), η εκτέλεση άγγιξε τα εννέα λεπτά. Στην περιοδεία “Wish” του 1992, η διάρκεια παρουσίαζε διακυμάνσεις ανάλογα με τη βραδιά, από 14 έως και 17 λεπτά. Σύμφωνα με το Cure News, η εμφάνιση στο Kilburn έφτασε τα 17 λεπτά. Λέγεται πως στο Long Beach Arena ξεπέρασε τα 20, φήμη που ενδεχομένως εμπεριέχει στοιχεία υπερβολής. Κάποιες φορές ο Robert Smith αυτοσχεδίαζε εκτενή αποσπάσματα. Στο Barrowlands της Γλασκώβης, το 1984, ξέχασε τους στίχους και τους αντικατέστησε με σκόρπιες φράσεις.
Διαβάστε επίσης: The Cure: Boys Don’t Cry | H πρώτη εικόνα μετράει
Το 1998, στο Bizarre Festival, το συγκρότημα έπαιξε μια πιο ροκ εκδοχή του τραγουδιού. Ο ρυθμός ήταν σταθερός στα 4/4 και ξέφευγε από τον χαρακτηριστικό, ακανόνιστο βηματισμό της αρχικής εκτέλεσης. Με τα χρόνια, οι οπαδοί άρχισαν να μετρούν πόσες φορές θα πει ο Robert Smith τη λέξη «again». Έτσι, οι ζωντανές εκτελέσεις πήραν τον χαρακτήρα ενός παιχνιδιού προσμονής. Ακόμα και η κουλτούρα των remix δεν κατάφερε να το προσπεράσει. Το 1990, οι The Cure χρειάστηκε να το ηχογραφήσουν ξανά για το “Tree Mix” στον δίσκο “Mixed Up”, καθώς είχαν χάσει τις αρχικές master ταινίες.
Η συγκεκριμένη εκδοχή δίχασε το κοινό και ταυτόχρονα φανερώνει τη διαχρονική δύναμη που διαθέτει το κομμάτι. Το “A Forest” έχει διασκευαστεί ή επανερμηνευτεί δεκάδες φορές — από τον Steven Wilson μέχρι τους Behemoth. Το “Seventeen Seconds” αποτέλεσε το σημείο καμπής για τους The Cure και το “A Forest” λειτούργησε ως η πόρτα που τους πέρασε στην αντίπερα όχθη. Το τραγούδι αυτό αποτέλεσε την πρώτη ξεκάθαρη έκφραση αυτού που θα γίνονταν οι The Cure στην ιστορία τους.
Ένα γκρουπ που κατάφερε να ενώσει τον μινιμαλισμό με τη συναισθηματική ένταση. Τη μελωδία με την ατμόσφαιρα. Και την ποπ επιτυχία με μια εντελώς προσωπική, outsider φωνή. Για κάποιον σαν εμένα — που μεγάλωσε με την ένταση και τη βία του black metal — αποτέλεσε την απόδειξη πως το σκοτάδι αγγίζει τον ακροατή δίχως να χρειάζεται να ουρλιάζει. Μπορεί να είναι αργό, λεπτό και, με έναν παράξενο τρόπο, όμορφο. Το ”A Forest” άλλαξε οριστικά την οπτική μου για τους The Cure και ταυτόχρονα για τις δυνατότητες της ίδιας της μουσικής.
Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Artist: The Cure



