Για δεκαετίες, η προέλευση του όρου “heavy metal” κυκλοφορούσε σαν μία από εκείνες τις ιστορίες που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά ώστε στο τέλος μοιάζει σχεδόν βιωματική. Steppenwolf, William Burroughs, Lester Bangs. Τρία ονόματα και μια έτοιμη εξήγηση για το πώς ένα μουσικό ιδίωμα απέκτησε το τόσο βαρύ του όνομα. Μόνο που, όταν αρχίσεις να κοιτάς τις πηγές μία-μία, η αφήγηση δεν στέκει τόσο καθαρά, και σίγουρα δεν είναι τόσο τακτοποιημένη.
Η ανάγκη να εντοπιστεί ποιος και πότε χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο “heavy metal” για να περιγράψει μουσική δεν πηγάζει από μια εμμονή στη λεπτομέρεια, αλλά από ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα: αν το όνομα ενός genre λειτουργεί ως φίλτρο κατανόησης, τότε έχει σημασία να γνωρίζουμε πώς και γιατί καθιερώθηκε. Η πιο διαδεδομένη εκδοχή θέλει τον όρο να κάνει την πρώτη του εμφάνιση στο “Born to Be Wild” των Steppenwolf το 1968, μέσα από τον στίχο “heavy metal thunder”. Ο Mars Bonfire, που έγραψε τους στίχους του τραγουδιού, ξεκαθάρισε αργότερα ότι η φράση δεν είχε καμία πρόθεση να περιγράψει μουσικό ύφος. Ήταν μια καθαρά ποιητική εικόνα, εμπνευσμένη από τον ήχο, την ταχύτητα και το βάρος των μηχανών στους ανοιχτούς δρόμους της Αμερικής.
Η δεύτερη «πηγή» που αναφέρεται συχνά είναι ο William Burroughs και το “Naked Lunch”. Το πρόβλημα είναι ότι στο ίδιο το βιβλίο η φράση “heavy metal” δεν εμφανίζεται πουθενά. Ο Burroughs χρησιμοποίησε τον όρο αλλού, κυρίως στη Nova Trilogy, για να περιγράψει χαρακτήρες, ουσίες, αλλά και καταστάσεις εξάρτησης και καταπίεσης. Κάπου εκεί μπαίνει στο κάδρο ο Lester Bangs, ο οποίος για χρόνια θεωρούνταν ο άνθρωπος που βάφτισε το heavy metal μέσα από τις σελίδες του Creem. Μόνο που, όταν επιστρέφεις στα ίδια τα κείμενα, το αφήγημα αρχίζει να διαλύεται. Στο πολυσυζητημένο άρθρο του για τους Black Sabbath το 1972, ο όρος “heavy metal” δεν εμφανίζεται πουθενά. Αντίθετα, ο Bangs μιλά για «downer music», και μάλιστα με σχεδόν εχθρική διάθεση.
Η πρώτη ξεκάθαρη χρήση του όρου για να περιγράψει μουσικό ύφος εντοπίζεται τελικά αλλού: στο Rolling Stone, τον Φεβρουάριο του 1970. Σε review για τον δίσκο “Canned Wheat” των Guess Who, ο Bangs χρησιμοποιεί τη φράση «heavy metal robots» για να περιγράψει μια ολόκληρη κατηγορία συγκροτημάτων, με εμφανώς ειρωνική διάθεση. Παρ’ όλα αυτά, η χρήση είναι εκεί και δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς ο όρος λειτουργεί ήδη ως εργαλείο ταξινόμησης.
Λίγους μήνες αργότερα, ο Mike Saunders χρησιμοποιεί τον όρο σε review των Humble Pie, επίσης μέσα από τις σελίδες του Rolling Stone. Εκεί, το “heavy metal” εμφανίζεται αρχικά ως προσβολή, «heavy metal-leaden shit-rock». Παρ’ όλα αυτά, η λέξη έμεινε. Και λίγο αργότερα, σε σαφώς πιο θετικό πλαίσιο, ο ίδιος την επαναφέρει για να περιγράψει τους Sir Lord Baltimore, δίνοντάς της για πρώτη φορά ξεκάθαρα τον χαρακτήρα genre.
Πριν επικρατήσει το “heavy metal”, υπήρχαν κι άλλες ονομασίες, όπως το “downer rock” που είδαμε παραπάνω. Η διαφορά είναι ότι το “heavy metal” δεν περιέγραφε απλώς μουσική, αλλά μια ολόκληρη κουλτούρα. Αν το ίδιο μουσικό είδος είχε καταλήξει να ονομάζεται “downer rock”, ίσως να είχε μείνει εγκλωβισμένο σε μια συγκεκριμένη εποχή. Το “heavy metal”, αντίθετα, απέκτησε διάρκεια, αισθητική συνοχή και μυθολογία. Η ουσία, τελικά, δεν βρίσκεται στο ποιος χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο, αλλά στο ότι αναγνωρίστηκε. Το όνομα υπήρχε ήδη και η μουσική απλώς το διεκδίκησε, κάνοντάς το δικό της.
