Την άνοιξη του 1993, οι Savatage κυκλοφόρησαν το άλμπουμ “Edge of Thorns“, προσπαθόντας να βρουν τα πατήματά τους σε μια εξαιρετικά περίεργη περίοδο για τους ίδιους. Το συγκρότημα από τη Φλόριντα βρισκόταν σε ένα κρίσιμο σημείο, αντιμετωπίζοντας κυρίως τη δική του εσωτερική κόπωση.
Οι ατελείωτες περιοδείες και τα προσωπικά προβλήματα των μελών είχαν δημιουργήσει ένα τεταμένο κλίμα που απαιτούσε άμεσες λύσεις. Έτσι, ο συγκεκριμένος δίσκος αποτέλεσε μια αναγκαία επανεκκίνηση για την επιβίωση τους. Οι Savatage κλήθηκαν να πάρουν εξαιρετικά δύσκολες αποφάσεις που άλλαξαν οριστικά τη δομή και τη χημεία τους.
Η όλη διαδικασία σημαδεύτηκε από καθοριστικές αλλαγές ρόλων, καινούργιες συνεργασίες και μια συνειδητή προσπάθεια να χαραχθεί μια εντελώς νέα κατεύθυνση, αφού ήθελαν να απομακρυνθούν από την οπερετική προσέγγιση των προηγούμενων ετών. Το τελικό αποτέλεσμα κατάφερε να αποτυπώσει μια μπάντα που προσπαθούσε να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες της, ελάχιστους μήνες πριν η μοίρα ανατρέψει κάθε προγραμματισμό με τον πιο βίαιο τρόπο.
Αλλαγή στο μικρόφωνο και νέες ισορροπίες
Το πιο πιεστικό ζήτημα που έπρεπε να διαχειριστούν οι Savatage η ομάδα αφορούσε τη φωνητική και φυσική κατάσταση του κεντρικού τους εκφραστή. Ο Jon Oliva, βασικός τραγουδιστής και ιδρυτικό μέλος, βρισκόταν πλέον στα όρια του. Η υπερβολική καταπόνηση από τον ακραίο τρόπο ερμηνείας στο παρελθόν, σε συνδυασμό με έναν τρόπο ζωής γεμάτο καταχρήσεις, είχε αρχίσει να προκαλεί πολύ σοβαρά προβλήματα στις φωνητικές του χορδές.

Κατά τη διάρκεια μιας απαιτητικής περιοδείας, έμπειροι συνάδελφοί του, όπως ο Ronnie James Dio, τον προειδοποίησαν ξεκάθαρα πως η συνέχιση αυτής της ερμηνευτικής τεχνικής θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε μόνιμη ζημιά. Ταυτόχρονα, η συνολική εξάντληση από τη συνεχή ζωή στον δρόμο είχε επιβαρύνει την ψυχολογία του. Η επιστροφή στο οικογενειακό του περιβάλλον έγινε απόλυτη προτεραιότητα. Ο ίδιος πήρε τη γενναία απόφαση να αποσυρθεί από τη θέση του frontman, επιλέγοντας να επικεντρωθεί εξ ολοκλήρου στη σύνθεση, την παραγωγή και τα πλήκτρα.
Η αντικατάστασή του αποτελούσε ένα τεράστιο ρίσκο για την πορεία του γκρουπ. Ο νέος τραγουδιστής, Zachary Stevens, προερχόταν από ένα διαφορετικό μουσικό υπόβαθρο και έφερε μια διαφορετική καλλιτεχνική αισθητική. Η φωνή του ήταν πιο καθαρή, βασισμένη σε κλασικές φόρμες και απέφευγε εντελώς τις ακραίες κορυφώσεις του προκατόχου του. Η συγκεκριμένη προσέγγιση ταίριαξε αρμονικά με το καινούργιο υλικό, προσφέροντας μια φρέσκια πνοή στις συνθέσεις, σεβόμενη απόλυτα τον πυρήνα και το βάρος του ονόματος των Savatage. Ο Stevens ανέλαβε ένα εξαιρετικά βαρύ φορτίο και κατάφερε να ανταπεξέλθει, αποδεικνύοντας τις ικανότητές του ήδη από τις πρώτες νότες του δίσκου.
Ηχητική στροφή και το παρασκήνιο της παραγωγής
Στον τομέα της παραγωγής, οι οδηγίες ήταν σαφείς από την πρώτη μέρα που οι μουσικοί μπήκαν στο στούντιο παρέα με τον παραγωγό Paul O’Neill. Το συγκρότημα εγκατέλειψε τις πολύπλοκες συμφωνικές ενορχηστρώσεις και τη λογική της ροκ όπερας που κυριαρχούσαν στις προηγούμενες δισκογραφικές τους δουλειές, όπως το “Streets”. Ο βασικός στόχος ήταν η δημιουργία ενός άμεσου, καθαρά κιθαριστικού άλμπουμ που θα επικοινωνούσε ευκολότερα με το κοινό κατά τη διάρκεια των ζωντανών εμφανίσεων.
Η ηχογράφηση περιείχε αρκετούς πειραματισμούς, με χαρακτηριστικότερο την τολμηρή επιλογή των ηλεκτρονικών τυμπάνων. Αυτή η απόφαση προήλθε από τον ίδιο τον Steve Wacholz. Επιθυμούσε να δοκιμάσει καινούργιες τεχνολογίες στον εξοπλισμό του, αλλάζοντας αισθητά την υφή, το ηχόχρωμα και τον συνολικό όγκο του ρυθμικού μέρους.

Πέρα από τον καθαρά ηχητικό τομέα, το εικαστικό κομμάτι έκρυβε τις δικές του ενδιαφέρουσες ιστορίες, παραμένοντας πιστό στη μυσταγωγία που περιέβαλλε πάντα το συγκρότημα. Το εξώφυλλο σχεδιάστηκε από τον μόνιμο συνεργάτη τους, Gary Smith, και αποτύπωνε την αιώνια διαμάχη της αθωότητας απέναντι στο κακό. Το γυναικείο πρόσωπο στο κέντρο της σύνθεσης βασίστηκε στην εικόνα της Dawn Oliva, συζύγου του κιθαρίστα.
Ένα επιπλέον στοιχείο που προκάλεσε συζητήσεις ήταν μια σκοτεινή φιγούρα κρυμμένη ανάμεσα στα δέντρα. Οι οπαδοί και τα μέλη της παραγωγής διαφωνούσαν ανοιχτά για το αν αυτή αποτελούσε μια κρυφή οπτική αναφορά στον Jon Oliva. Η συγκεκριμένη εικαστική επιλογή ταίριαζε απόλυτα με τη στιχουργική θεματολογία, η οποία ακροβατούσε ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, την ελπίδα και την απόγνωση.
Το τελευταίο κεφάλαιο για τον κιθαρίστα
Όλες οι ενδιαφέρουσες αλλαγές και οι εμπορικές επιτυχίες του δίσκου επισκιάστηκαν ολοκληρωτικά από τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν μόλις έξι μήνες μετά την επίσημη κυκλοφορία του. Το “Edge of Thorns” έμελλε να μείνει στην ιστορία του σκληρού ήχου ως η τελευταία ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του βασικού κιθαρίστα, συνιδρυτή και κινητήριου μοχλού των Savatage, Criss Oliva.
Ένα μοιραίο αυτοκινητιστικό δυστύχημα τον Οκτώβριο του 1993 έκοψε το νήμα της ζωής του ξαφνικά, άδικα και εντελώς αναπάντεχα. Ενώ οδηγούσε επιστρέφοντας από μια εκδήλωση μαζί με τη σύζυγό του, ένα όχημα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση έχασε τον έλεγχο και έπεσε πάνω τους με σφοδρότητα. Ο οδηγός του άλλου οχήματος αποδείχθηκε πως βρισκόταν σε προχωρημένη κατάσταση μέθης, προκαλώντας μια ασύλληπτη τραγωδία. Η σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα τον ακαριαίο θάνατο του χαρισματικού μουσικού και τον εξαιρετικά σοβαρό, κρίσιμο τραυματισμό της γυναίκας του.
Η είδηση μεταδόθηκε αστραπιαία, προκαλώντας τεράστιο σοκ, θλίψη και οδύνη στους φίλους της μουσικής σε ολόκληρο τον πλανήτη. Μετά από αυτό το δραματικό συμβάν, ολόκληρος ο δίσκος άρχισε να αντιμετωπίζεται με εντελώς διαφορετικό πρίσμα από το κοινό και τον Τύπο της εποχής. Όταν κάποιος εξετάζει τις συγκεκριμένες ηχογραφήσεις σήμερα, νιώθει το ειδικό βάρος των γεγονότων να πλακώνει κάθε δευτερόλεπτο της ακρόασης. Κάθε κιθαριστικό σόλο, κάθε επιθετικό ριφ και κάθε μελωδική γραμμή πήρε αυτομάτως τη μορφή μιας ανεκτίμητης καλλιτεχνικής διαθήκης.

Ο τρόπος που ο Criss χειριζόταν το όργανο σε αυτή την ηχογράφηση ήταν πραγματικά μοναδικός, βρίσκοντας την τέλεια ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική αρτιότητα και την ουσιαστική, πηγαία έκφραση. Η συνολική του απόδοση έδειχνε έναν μουσικό που βρισκόταν στην απόλυτη ακμή της δημιουργικότητάς του, έτοιμο να κατακτήσει νέες κορυφές. Συνθέσεις όπως το “All That I Bleed” και το “Miles Away” αναδεικνύουν την τελευταία φορά που τα δύο αδέλφια συνεργάστηκαν αρμονικά στο στούντιο, καταγράφοντας ίσως τις πιο αυθεντικές και ειλικρινείς ιδέες τους.
Ο απόηχος και η κληρονομιά των επιλογών
Το δυστύχημα παρέλυσε κυριολεκτικά κάθε δραστηριότητα της μπάντας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι προγραμματισμένες περιοδείες ακυρώθηκαν αμέσως και η ίδια η μελλοντική επιβίωση του σχήματος τέθηκε υπό καθεστώς απόλυτης αμφισβήτησης. Η απώλεια του βασικού πυλώνα της μουσικής τους δημιουργίας άφησε ένα τεράστιο κενό που φάνταζε εντελώς αδύνατο να καλυφθεί από οποιονδήποτε άλλον μουσικό, όσο ικανός κι αν ήταν.
Τα επόμενα χρόνια βρήκαν το σχήμα να προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο να μαζέψει τα κομμάτια του και να ορθοποδήσει ξανά. Η απόφαση να συνεχίσουν την κοινή τους πορεία πάρθηκε με τεράστια ψυχολογική δυσκολία, λειτουργώντας κυρίως ως μια έσχατη προσπάθεια να κρατήσουν ζωντανό το όνομα και τη σπουδαία μουσική παρακαταθήκη του αδικοχαμένου Criss.
Η ηθελημένη απομάκρυνση από την πολυπλοκότητα βοήθησε τα συγκεκριμένα κομμάτια να διατηρήσουν τη φρεσκάδα τους αναλλοίωτη στο πέρασμα των δεκαετιών. Ο ογκώδης ήχος που χτίστηκε μέσα στο στούντιο άνοιξε νέους δρόμους για το πώς μπορούν να ενσωματωθούν τα πλήκτρα σε μια καθαρά κιθαριστική φόρμα, προσθέτοντας την απαραίτητη ατμόσφαιρα χωρίς να μειώνουν καθόλου την ενέργεια και τη δύναμη του μετάλλου.
Η πραγματική κληρονομιά του “Edge of Thorns” εντοπίζεται στον ρεαλισμό της παραγωγής του και στο πάθος των εκτελέσεων. Καταγράφει με ιδανικό τρόπο μια ομάδα ανθρώπων σε δημιουργικό αναβρασμό, απολύτως έτοιμη να πάρει τολμηρά ρίσκα για να εξελιχθεί. Το γεγονός ότι η όλη διαδικασία της σύνθεσης ολοκληρώθηκε κάτω από τη βαριά σκιά έντονων προσωπικών δυσκολιών και προηγήθηκε μιας αδιανόητης τραγωδίας, προσδίδει στο έργο μια αδιαμφισβήτητη ιστορική βαρύτητα.



