Υποστηρίζω εδώ και χρόνια πως το καλοκαίρι δεν ξεκινά με το πρώτο μπάνιο αλλά με την πρώτη μεγάλη συναυλία στην Πλατεία Νερού. Το Release Athens, που φέτος συμπληρώνει δέκα χρόνια ζωής, έχει γίνει για πολλούς από εμάς κάτι περισσότερο από ένα φεστιβάλ – είναι ένα προσωπικό ημερολόγιο, ένας τρόπος να μετράμε τον χρόνο. Η δική μου θερινή αφετηρία ήταν στις 24 Ιουνίου, με τους Nick Cave & The Bad Seeds. Το δύσκολο όταν γράφεις για έναν καλλιτέχνη που σε συνοδεύει για δεκαετίες είναι ότι οι λέξεις μοιάζουν ανεπαρκείς. Κάποια βιώματα δεν περιγράφονται εύκολα, μόνο ξαναζωντανεύουν.
Baxter Dury
Η αρχή της βραδιάς έγινε με τον Baxter Dury. Αν και άκουσα πως ήταν πολύ δυνατή εμφάνιση και παραδόξως ωραίο το πάντρεμα των δύο καλλιτεχνων στην σημερινή μέρα του φεστιβάλ, δεν την πρόλαβα για να μπορώ να σχολιάσω. Το σημαντικό είναι πως ο κόσμος που ήταν εκεί φάνηκε να έχει ευχαριστηθεί την εμφάνιση και να είναι πλέον έτοιμος για το όνομα της βραδιάς.

Artist: Sober On Tuxedos
Album: Good Intentions
Label: Heaven Music
Release Date: 11/12/2020
Genre: Nu Metal, Metalcore
Nick Cave and the Bad Seeds
Δεν θυμάμαι πόσες φορές τον έχω δει, κάποιες πλέον είναι συγκεχυμένες στο κεφάλι μου, πάντα όμως καταλήγει να αποτελεί σταθμό στην ζωή μου: “ήταν τότε πριν πάμε στον Κέηβ το 2017” ή “τότε που τρέχαμε να προλάβουμε το 2022”, σίγουρα η φετινή αποτελεί κάτι παραπάνω. Η πλατεία νερού μετατράπηκε σε έναν ανοιχτό ναό. Η απουσία της Anna von Hausswolf έδωσε χώρο για μεγαλύτερο set list. Για περίπου δυόμισι ώρες, η συναυλία κινήθηκε ανάμεσα στην έκρηξη, την κατάνυξη και τη λυτρωτική ένταση, επιβεβαιώνοντας γιατί ο Cave παραμένει ένας από τους πιο καθηλωτικούς performers διαχρονικά. Από τη βίαιη ένταση των πρώτων χρόνων μέχρι την εσωστρέφεια του “Ghosteen” και την αναγεννητική αισιοδοξία του “Wild God”, δεν έπαψε ποτέ να αλλάζει. Κάποιοι ακολούθησαν κάθε του βήμα, άλλοι νοστάλγησαν τον παλιό Cave. Το βράδυ της Τετάρτης απέδειξε ότι μπορεί να χωρέσει και τις δύο εκδοχές του εαυτού του στην ίδια σκηνή.
Στις 21:00, ο Nick Cave εμφανίστηκε στη σκηνή σαν να έμπαινε σε γνώριμο έδαφος. Από το εναρκτήριο “Get Ready for Love” φάνηκε ότι η συναυλία δεν θα είχε χαρακτήρα απλής αναδρομής. Η μπάντα έπαιζε με πυκνότητα και ακρίβεια, αφήνοντας τα τραγούδια να αναπνέουν χωρίς να χάνουν την απειλητική τους ενέργεια. Το “From Her to Eternity” έφερε την παλιά, ωμή αγριάδα, ενώ το “Tupelo” λειτούργησε σαν σκοτεινή λειτουργία, με τον Cave να καθοδηγεί το κοινό περισσότερο με το βλέμμα και τις κινήσεις του παρά με λόγια.
Η βραδιά είχε και τις μεγάλες της κορυφώσεις. Το “Red Right Hand” ακούστηκε σαν απειλητικό ξόρκι που όλοι περίμεναν, το “The Mercy Seat” κράτησε την ένταση σε οριακό σημείο, ενώ το “Jubilee Street” ξεδιπλώθηκε με εκείνη την αργή, σχεδόν κινηματογραφική κλιμάκωση που κάνει τους Bad Seeds μοναδικούς. Στον αντίποδα, τα “Carnage”, “Joy” και “Bright Horses” έφεραν στη συναυλία μια πιο εύθραυστη, εσωτερική διάσταση, δείχνοντας πως ο Cave δεν στηρίζεται μόνο στη δραματικότητα, αλλά και στη σιωπή που την περιβάλλει.

Αυτό που ξεχώρισε δεν ήταν μόνο η δύναμη των τραγουδιών, αλλά η σχέση του Cave με το ελληνικό κοινό. Ναι, ο Cave θα ήθελε πολύ να είναι ο Χριστός, μην ξεχνάμε ότι η βιβλική εικονογραφία δεν έλειψε ποτέ από το έργο του. Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα από το “Ghosteen” και μετά, η αναζήτηση της πίστης, της λύτρωσης και της μεταφυσικής έχει γίνει ακόμη πιο έντονη. Στη σκηνή δεν ενσάρκωνε κάποιον μεσσία, αλλά περισσότερο έναν άνθρωπο που εξακολουθεί να αναζητά απαντήσεις μαζί με το κοινό του. Η Πλατεία Νερού έμοιαζε να γνωρίζει κάθε ανάσα του ρεπερτορίου του. Από τις σκοτεινές αφηγήσεις των παλαιότερων κομματιών μέχρι τη νεότερη, πιο πνευματική γλώσσα του “Wild God”. Ο Cave, άλλοτε σκυμμένος προς τις πρώτες σειρές, άλλοτε να περπατά πάνω στο πλήθος, άλλοτε να παρεισφέρει ανάμεσα σε αυτό και άλλοτε όρθιος στο κέντρο της σκηνής σαν μαέστρος μιας ηλεκτρικής τελετής, έδινε την αίσθηση ότι αντλούσε ενέργεια από το πλήθος και την επέστρεφε πολλαπλασιασμένη.
Στο encore, τα “City of Refuge”, “The Weeping Song”, “Wide Lovely Eyes” και “Nobody’s Baby Now” κράτησαν τη συναυλία σε υψηλή συγκινησιακή θερμοκρασία. Όμως το πραγματικό κλείσιμο ήρθε με το “Into My Arms”, ερμηνευμένο από τον Cave στο πιάνο. Εκεί, μετά από τόση ένταση, ο χώρος χαμήλωσε σχεδόν τελετουργικά: ένα τραγούδι, μια φωνή, ένα κοινό που έμοιαζε να ακούει χωρίς να θέλει να χαλάσει τη στιγμή.

Η εμφάνιση του Nick Cave & The Bad Seeds στο Release Athens 2026 δεν ήταν απλώς μια ακόμη μεγάλη συναυλία. Ήταν μια υπενθύμιση ότι το ροκ, όταν υπηρετείται με πίστη, κίνδυνο και αλήθεια, μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως συλλογική εμπειρία. Ο Cave δεν ήρθε στην Αθήνα για να αποδείξει κάτι, ήρθε για να το επιβεβαιώσει. Και η Πλατεία Νερού, για ακόμη μία φορά, του το ανταπέδωσε.
Ακούω και καταλαβαίνω τη νοσταλγία όσων επιμένουν ότι οι Bad Seeds ήταν ο Blixa Bargeld, ο Harvey, το πένθος, οι φράντζες και η σκοτεινή μανία των πρώτων χρόνων. Όμως αυτή η εμφάνιση δεν προσπάθησε να αναστήσει το παρελθόν. Το αγκάλιασε και προχώρησε παρακάτω.
Κανείς μας δεν είναι ο άνθρωπος που ήταν πριν από σαράντα χρόνια. Οι περισσότεροι δεν είμαστε καν εκείνος που ήμασταν πέρυσι. Η απαίτηση ο καλλιτέχνης που αγαπήσαμε στα είκοσί μας να παραμένει αναλλοίωτος στα εξήντα του λέει περισσότερα για τη δική μας ανάγκη να παγώσουμε τον χρόνο παρά για τον ίδιο.

Ο Nick Cave δεν ήρθε στην Αθήνα για να ξαναγίνει αυτός που ήταν. Ήρθε να μας θυμίσει ότι η τέχνη δεν γεννιέται από την ακινησία αλλά από τη διαρκή μεταμόρφωση. Ήρθε να περάσει καλά και το κατάφερε.
Κι όσο κι αν διαφωνούμε μαζί του, όσο κι αν κατά καιρούς μας απογοητεύει ή μας ξενίζει, οφείλουμε να τον προστατεύουμε όσο ακόμη βρίσκεται εδώ. Γιατί, όπως τραγουδά κι ο ίδιος, “it’s a long way to find peace of mind”.



