Ίσως ήρθε ο καιρός να αποδεχθούμε ότι τα video games αποτελούν ένα “νέο” μέσο για story telling. Και όπως όλα τα προηγούμενα αντίστοιχα παραδοσιακά μέσα, έτσι και αυτό, έχει την ικανότητα να εμπνέει και τις υπόλοιπες μορφές τέχνης. Ωστόσο, ενώ υπάρχουν πολλά video games με εξαιρετική μουσική, σπάνια συναντάμε ένα παιχνίδι όπου ο ήχος καθορίζει τη συνολική εμπειρία. Το soundtrack του “Clair Obscur: Expedition 33” είναι ο χτύπος της καρδιάς ενός κόσμου που αργοπεθαίνει κάτω από το πινέλο της Ζωγράφου.
Ο Lorien Testard, ένας συνθέτης που μέχρι πρότινος δίδασκε κιθάρα και μοιραζόταν τις δημιουργίες του στο SoundCloud, κατάφερε στο ντεμπούτο του να παραδώσει ένα έργο 154 κομματιών που σάρωσε τα charts της Billboard, αφήνοντας πίσω του ακόμα και μεγαθήρια της pop.

Η επιτυχία αυτή δεν ήρθε τυχαία. Η προσέγγιση του Testard και της συν-συνθέτριας Alice Duport–Percier βασίστηκε στην απόλυτη ελευθερία και στην πεποίθηση πως η μουσική είναι η γλώσσα της ψυχής. Όπως εξομολογείται ο ίδιος ο Testard, βλέπει τον κόσμο του παιχνιδιού σαν έναν γιγάντιο πίνακα και κάθε τραγούδι είναι το δικό του μικρό μουσικό σχέδιο που ενώνει το σύμπαν, προσθέτοντας πως κάθε μέρα νιώθει αυτόν τον αόρατο και βαθύ δεσμό που δημιουργεί η μουσική ανάμεσά μας. Αυτή η ειλικρίνεια διαπερνά κάθε νότα, από το μελαγχολικό πιάνο της Lumière μέχρι τις εκρηκτικές heavy metal ενορχηστρώσεις στις μάχες, δημιουργώντας ένα ηχητικό πέπλο που παίζει διαρκώς με το φως και το σκοτάδι.
Η σχολαστική προσέγγιση του Testard στην ενορχήστρωση αποκαλύπτει μια βαθιά προσοχή στη λεπτομέρεια, καθώς ο ίδιος δημιουργεί στρώματα από δώδεκα διαφορετικά πιάνα για να πετύχει τον μοναδικό ήχο ενός και μόνο κομματιού. Αυτή η ηχητική πολυφωνία συμπληρώνεται από τη συμμετοχή του Curieux Orchestra στα Midilive Studios του Παρισιού, όπου το ψηφιακό όραμα του συνθέτη απέκτησε τη φυσική οντότητα μιας πλήρους ορχήστρας. Η μουσική ακολουθεί τις κινήσεις του παίκτη και μεταβάλλεται δυναμικά: στις μάχες η ένταση αυξάνεται σταδιακά προς την κορύφωση, ενώ στις περιπλανήσεις το soundtrack «αναπνέει» μαζί με το περιβάλλον, χρησιμοποιώντας όργανα όπως το cümbüş και το bawu για να προσδώσει μια απόκοσμη, εξωτική χροιά στις άγνωστες περιοχές του Καμβά.
Η δύναμη της φωνής και το μυστικό των στίχων
Το στοιχείο που απογειώνει το “Clair Obscur: Expedition 33” είναι η οργανική χρήση της ανθρώπινης φωνής. Αντί για τυπικά ορχηστρικά θέματα, ο Testard επέλεξε να δώσει «φωνή» στον κόσμο μέσα από την Alice Duport-Percier, πιστεύοντας ακράδαντα πως η ανθρώπινη φωνή είναι το πιο ισχυρό και συναισθηματικό όργανο και πως το να μην έχεις φωνητικά ισούται με την απώλεια του συναισθήματος. Οι στίχοι, γραμμένοι σε αγγλικά, γαλλικά αλλά και σε μια επινοημένη γλώσσα, λειτουργούν ως αφηγηματικά εργαλεία που συχνά προμηνύουν τις δραματικές ανατροπές της πλοκής.

Πέρα από το συναισθηματικό βάρος, η μουσική λειτουργεί και ως ένας κρυπτογραφημένος χάρτης της ιστορίας, με τους στίχους να ισορροπούν επικίνδυνα ανάμεσα στην προοικονομία και το spoiler. Παρατηρητικοί παίκτες ανακάλυψαν πως κομμάτια που ακούγονται ήδη από τον πρόλογο περιγράφουν με ακρίβεια την κατάληξη του ταξιδιού, όπως οι στίχοι πριν τη μάχη του Dualliste που προδίδουν τη φύση του κόσμου ως έναν ζωντανό πίνακα. Ακόμα και στις περιπτώσεις που η γλώσσα γίνεται δυσνόητη, αναμειγνύοντας γαλλικά με τοπικές διαλέκτους ή λατινικά, η μουσική προδίδει την αλήθεια: η μοίρα του Gustave και η σύνδεση της Maelle με την Alicia είναι εκεί, κρυμμένες σε κοινή θέα, περιμένοντας τη δεύτερη ανάγνωση για να αποκαλυφθούν πλήρως.
Για παράδειγμα, το κεντρικό θέμα “Alicia” δημιουργήθηκε μέσα σε μόλις δύο ημέρες, όταν ο Testard είδε ένα βίντεο μιας χορεύτριας σε αργή κίνηση που του θύμισε τον χαρακτήρα. Η μελωδία αυτή έγινε το θεμέλιο του παιχνιδιού, ένας ηχητικός φάρος που προετοιμάζει τον παίκτη για το ταξίδι πριν καν πατήσει το start. Η Alice Duport-Percier γίνεται μέρος της ιστορίας, αφηγείται τον έρωτα και τον πόνο με έναν τρόπο που κάνει τον παίκτη να νιώθει την αυθεντικότητα της εμπειρίας.
Μια μνημειώδης ηχητική διαδρομή
Η φιλοδοξία της Sandfall Interactive αποτυπώνεται στο επικό κλείσιμο του παιχνιδιού με το κομμάτι “Nos vies en Lumière”. Πρόκειται για μια διαδρομή 33 λεπτών, χωρισμένη σε τρία μέρη, που απαιτούσε δέκα ώρες δουλειάς καθημερινά για δύο μήνες ώστε να τελειοποιηθεί. Ο Testard ήθελε αυτή η σύνθεση να είναι η δική του «μάχη με το τελικό boss», ενσωματώνοντας όλα τα θέματα των χαρακτήρων και στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα στον παίκτη: αυτή είναι η ευκαιρία σου, άρπαξέ την.

Η μουσική του “Expedition 33” καταφέρνει κάτι σπάνιο: να γίνει προσωπική για τον καθένα. Είτε πρόκειται για το quirky θέμα των μίμων με τα ακορντεόν, είτε για τη βαθιά φωνή του Ben Starr στο “Until Next Life” που ηχογραφήθηκε αυθόρμητα ένα πρωινό μετά τα Χριστούγεννα, κάθε κομμάτι έχει τη δική του ιστορία. Ο συνθέτης υπογραμμίζει τη σημασία αυτής της σύνδεσης λέγοντας πως δεν έχει πραγματικά τα λόγια για να εκφράσει πόσο συγκινητικό είναι να μοιράζεται αυτά τα τραγούδια με το κοινό στην καθημερινότητά τους, είτε πρόκειται για χαρούμενους χορούς γύρω από ένα σαξόφωνο είτε για στιγμές γύρω από μια κιθάρα, τραγουδώντας για εκείνους που ελπίζουμε να ξαναδούμε.
Τελικά, η μουσική του “Clair Obscur: Expedition 33” είναι ένας θρίαμβος καλλιτεχνικής ειλικρίνειας. Αποδεικνύει ότι ακόμα και στην εποχή των ΑΙ και των υπερπαραγωγών, η ψυχή ενός δημιουργού που «παίζει» το ρόλο του συνθέτη κάθε μέρα μέχρι να γίνει ένας, μπορεί να αγγίξει εκατομμύρια ανθρώπους. Είναι μια υπενθύμιση ότι η τέχνη είναι ο πυρήνας της ανθρώπινης εμπειρίας και το soundtrack αυτό είναι η κληρονομιά που αφήνει ο Testard στον ψηφιακό καμβά του 2026.